Παρασκευή, 12 Μαρτίου 2010

Βιορέτες, κρινάκια και φραγκολαλάδες...

http://www.alithia.gr/column.aspx?Columnsid=10

ionian_corfu_churches_stspiridonas.jpg

 Η γιαγιά μου η θρήσκα ...

9/3/2010

Μαζί με τη γιαγιάκα μου παρακολουθούσα, ανελλιπώς, τους Χαιρετισμούς τη Σαρακοστή, τις Παρακλήσεις το Δεκαπενταύγουστο, τα Νύμφια και όλες τις ακολουθίες της Μεγαλοβδομάδας, καθώς και τις κυριακάτικες λειτουργίες.
 Με κάθιζε στο στασίδι της μόλις μπαίναμε στην εκκλησιά και μούταζε πως θα μου πάρει παστέλι μόλις πει ο παπάς το «δι' ευχών» και μας μοιράσει τ' αντίδωρο. Έπρεπε να χω κι εγώ να περιμένω την ανάλογη ανταμοιβή για την υπομονή μου, στο να μην τρέχω πάνω-κάτω την ώρα της λειτουργίας και να μη βγαίνω στο προαύλιο μαζί με τ' άλλα παιδιά που χαλούσαν τον κόσμο με τις φωνές τους.

 10157291.jpg
 Αργότερα, μ' έβαζε να απαγγέλλω το «Πάτερ ημών» και το «Άσπιλε», μπρος στα εικονίσματα, καμαρώνοντας για την ωραία μου απαγγελία και οπωσδήποτε να γονατίζω με σκυμμένο το κεφάλι όσην ώρα ο παπάς έφερνε γύρω την εκκλησία με τα «Άγια των Αγίων».
 Μετά τον εσπερινό ή την προηγιασμένη, στο δρόμο της επιστροφής μας στο σπίτι, σταματούσαμε σχεδόν σ' όλες τις πόρτες της γειτονιάς, πότε να πει μια καλημέρα, να ρωτήσει για την καλή υγεία των νοικοκυραίων, να συμβουλέψει για δουλειές και μαγειρέματα, να δώσει το περίσσευμά της σ' όσους δεν είχαν στον ήλιο μοίρα, να μοιράσει το κόλλυβο ή τη «φανουρόπιτα», στην προετοιμασία μα και στην κατανάλωση των οποίων να μην ξεχάσω να επισημάνω τη συμμετοχή μου, οπωσδήποτε.
Ως γνωστόν, όπως κάθε χαρά και γιορτή, έτσι και κάθε εκδήλωση μνήμης και τιμής των τεθνεώτων, ακόμη και στου Ομήρου τα έργα, συνοδεύεται με την παρασκευή και κατανάλωση πλούσιων εδεσμάτων, ώστε, συμμετέχοντας και απολαμβάνοντας, τρώγοντας και πίνοντας οι παρευρισκόμενοι να σιγουρεύονται πως ζουν και να φεύγουν πανευτυχείς! 

1019-koliba-by-doctor.jpg

 Για το Σάββατο του «Ψυχού» λοιπόν, που είναι το πρώτο Σάββατο της Σαρακοστής μετά την Καθαρή Δευτέρα, ετοίμαζε η γιαγιά μου το κόλλυβο, να το πάει να το διαβάσει ο παπάς για ν' αναπαυτούν οι ψυχές των κεκοιμημένων, να χαρούν που τους θυμήθηκαν και τους τιμούν οι ζωντανοί, να χαρεί κι ο παπάς το κατιτίς για τον κόπο του, να χαρούμε κι εμείς που τρέχαμε με ανοιγμένα τα μαντηλάκια μας να μας τα γεμίσουν και να τα ξαναγεμίσουν με μυρωδάτα κόλλυβα, μέσα στα οποία χώναμε τα μουτράκια μας για να τ' απολαύσουμε, πασαλειβόμασταν με τις ζάχαρες κι ήμασταν κυριολεκτικά να μας φας!
 Ολόκληρη ιεροτελεστία ήταν η προετοιμασία του «συχώριου».
 Κατ' αρχάς, «πάστρευαν» το στάρι. Δηλαδή, το ξεδιάλεγαν ένα-ένα σπυρί, μη τυχόν και βρεθεί μέσα είτε πετραδάκι, είτε σκουπιδάκι, είτε άχυρο. Μετά, το 'βαζαν μια νύχτα στο νερό για να μουλιάσει και την άλλη μέρα το 'βραζαν, τόσο όσο να γίνει μαλακό αλλά όχι λιωμένο. Κι αφού το στράγγιζαν και το άφηναν να στεγνώσει, το έβαζαν μέσα σε πιατέλα ή σε κεσέ για να το ετοιμάσουν.
 Το ανακάτευαν με κοπανισμένα μοσχοκάρυδα, αμύγδαλα, καρύδια, σταφίδες, σπυριά από ρόδι και κουκουνάρια. Από πάνω το πασπάλιζαν με ζάχαρη άχνη και το στόλιζαν με ασπρισμένη αμυγδαλόψιχα. 

koliva01.jpg
 Μετά, το 'δεναν μέσα σε κατάλευκο πεσκιράκι και το πήγαιναν στην εκκλησιά, μπρος στο ιερό, όπου μετά τη λειτουργία έβγαινε ο παπάς και το διάβαζε μαζί με τα ονόματα που του 'χαν γράψει σε χαρτάκια, τα «περί αναπαύσεως» όπως λέγανε.
 Και να που φθάναμε στην πιο καλή ώρα, όταν μ' ένα πιατάκι του γλυκού μάς τα μοίραζαν κι όλοι, τρώγοντας λέγαμε: «Ο Θεός συχωρέσει τος» και κατευχαριστιόμασταν και νεκροί και ζώντες! 

57435987.jpg

 Έκλαψαν λοιπόν ξένοι και δικοί τον πρόωρο θάνατο από εγκεφαλικό της γιαγιάς μου. Γούσουρα το λέγανε τότε και δεν υπήρχαν μήτε τα μέσα, μήτε η βοήθεια από όργανα και επιστήμη, ούτε εντατικές και κέντρα ιατρικά για να τη σώσουν.
 Έτσι, μέσα σε μια βδομάδα, ξεψύχησε η γιαγιάκα μου, «νιά και κατανιά», στο κρεβάτι της. Στο ίδιο κρεβάτι που πλάγιαζε με τον σύντροφό της, στο ίδιο που 'φερε και τα παιδιά της στο κόσμο και μέχρι την ύστατη πνοή της, γι' αυτά ήταν η αγωνία και η έγνοια της.

 rbrb_0557.jpg
 «Πρόσεχε» έγνεφε με νοήματα στη μαμά μου, αφού το στόμα της είχε στραβώσει και δε μιλούσε. «Πρόσεχε» της έλεγε με τα μάτια της, γιατί η μαμά μου ήταν έγκυος στον αδελφό μου.
 Κι άλλοτε, ψιθυρίζοντας ακαταλαβίστικους φθόγγους, τους έλεγε να βάλουν να φάει ο Στεφανής, ο γιος ο μικρός, που με τις κακοκεφαλιές του είχε βάλει το χεράκι του στο γουσούριασμά της.
 Έμεινε ο καημένος ο σύντροφός της έρημος και του 'μελλε να περάσει μοναξιά είκοσι πέντε χρόνων, έχοντας μόνο τις αναμνήσεις παρηγοριά κι εκφράζοντας ένα μόνιμο παράπονο σαν επωδό στην κάθε του κουβέντα: «Αχ Ερηνιώ, γιατί μου το καμες ...γιατί ...;» 

Ήταν αγαπημένο ζευγάρι ο Γιώργης κι η Ερηνιώ, παρ' όλες τις διαφορές τους στην ιδιοσυγκρασία και την ανατροφή, γιατί εκείνη ήταν γυναίκα προσεκτική κι από τη φύση της σώφρων και διαλλακτική κι έτσι εξισορροπούσε την αδιαλλαξία και το υπέρμετρο «εγώ» το δικό του και την ανατολίτικη επιρροή στην ανατροφή του, που ήθελε τη γυναίκα «υπό» και τον άντρα αδιαμφισβήτητο κυρίαρχο κι αφέντη. 89121937.jpg
- «Τη θυμούμαι», έλεγε η μαμά μου, «να ξεκινά νωρίς-νωρίς για τη Χώρα, όπου πήγαινε να ψωνίσει τ' απαραίτητα του σπιτιού, τα ρούχα των παιδιών κι αργότερα τα προικιά των κοριτσιών, γιατί όλες οι άλλες υποχρεώσεις ήταν αντρική ευθύνη και δεν την απασχολούσαν».
 Καλοντυμένη και στολισμένη με τα μπουμπάρια, τις καδένες, τα παρασόλια, τα γάντια, τις πούντρες και τα πατσουλιά της, αρχόντισσα σωστή, με πλούσιο στήθος και παράστημα σεβαστό!
 Είχε γλυκά μάτια, στόμα μικρό -προτέρημα της εποχής- κι ευχάριστη φυσιογνωμία.
 Μα αυτό που την έκαμνε ξεχωριστή, σεβάσμια κι αγαπητή, ήταν η καλοσύνη της, οι χαμηλοί της τόνοι κι η αγάπη που 'δινε σ' όλους τους αδικημένους και στερημένους από τη φύση και τη ζωή.
 Κακό λόγο δεν είχε για κανέναν και κανενός δεν παρεξηγούσε τις μικρότητες, τις αδυναμίες και τις ανεπάρκειες, παρά σ' όλους έδινε άφεση και συχώριο, μαζί μ' ό,τι μπορούσε υλικό, που θ' ανακούφιζε και θα γιάτρευε την ένδεια την ουσιαστική μα και τη συναισθηματική τους.
 Γι' αυτό έβλεπες τους πιο αλλοπρόσαλλους ανθρώπους στην πόρτα της.
 Παπάδες, καλογριές, γιατροί και δάσκαλοι, μα και ζητιάνοι, γύφτισσες και κατατρεγμένοι, απόκληροι της ζωής και της κοινωνίας έτρεχαν στην κυρά Ερηνιώ. 

85469656.jpg
 Περνούσε απ' το στεναδάκι κάτω από τη σκάλα της, με το σακούλι του κρεμασμένο στην καμπούρα του, το Στελάκι ο Θολοποταμούσης, ο γραφικός και κλασικός παρίας, ανακάτεμα μποεμισμού, υπαρξισμού και σεξουαλικής ιδιαιτερότητας και φώναζε δυνατά από κάτω από τη σκάλα, προληπτικά κι από φόβο μην τύχει και πέσει πάνω στον παππού μου και τον προγκήξει.
- «Κυρία ... Καλέ κυρία ... Κυρία ...»
 Έβγαινε η γιαγιά μου στο κεφαλόσκαλο και του 'λεγε:
- «Έλα ... Έλα ...» και βαστούσε στα χέρια της πότε ένα πιάτο φαΐ, πότε μια χαρτοσακούλα με φρούτα και τρόφιμα κι άλλοτε κανένα τριμμένο παντελόνι, καμιά φανέλα παλιά ή το σακάκι που δεν το 'θελαν πια οι άντρες.
 Αφού λοιπόν έτρωγε κι έπαιρνε και το κατιτίς του το Στελάκι, της έλεγε χίλια συχώρια για τα πεθαμένα της και χίλιες ευχές για τα ζωντανά της κι όταν ξεκινούσε να φύγει σέρνοντας τα παλιοπάπουτσά του, της ξεφούρνιζε και το τελευταίο:
- «Καλέ κυρία, μπας έχεις να μου δώκεις καμιά γκυλόττα:»
- «Βρε τον αθεόφοβο ...» γελούσε η γιαγιά μου σαν το 'λεγε το βράδυ στη βεγκέρα. «Ακούς, να μου γυρεύει και κιλότα!»
 Μα αυτός ήξερε κι άλλον τρόπο, ανορθόδοξο, για να βρίσκει κιλότες. Τις έκλεβε τα βράδια απ' τα σκοινιά που τις άπλωναν οι γυναίκες να στεγνώσουν, μια και τη μέρα ήταν ντροπή ν' ανεμίζουν εκτεθειμένες και να γίνονται στόχος σε οικείους και περαστικούς, έτσι μεγάλες που ήταν σαν φουσκωμένα ιστία!


Βιορέτες, ζουμπούλια, κρινάκια και φραγκολαλάδες ...

84440429.jpg

11/3/2010

Ύστερα, άνοιγαν κι οι φραγκολαλάδες - οι άγριες τουλίπες - που σήκωναν το λυγερό κορμάκι τους ανάμεσα στις κουκιές, στο κτήμα του Σταμάτη και πλημμύριζαν μέσα σε μια νύχτα, σαν κατακόκκινη θάλασσα, τη μικρή ρεματιά.
 Ξυπνούσα και κοιμόμουν με τη λαχτάρα τους. Ώρες ατέλειωτες παραφύλαγα το Σταμάτη, πότε θα μαζέψει το τσατάλι και το σκαλιστήρι του για να φύγει και τότε να τρέξω, με καρδιοχτύπι και τρομάρα, να κόψω μια χεριά φραγκολαλάδες.
 Γιατί, μια φορά που ξαναγύρισε, με τσάκωσε στα πράσα κι έμπηξε τις αγριοφωνάρες πως του τσαλαπατώ τα σπαρτά κι αλίμονό μου αν με ξαναβρεί στο χωράφι του, θα το πει στον παππού μου ... 

120807455165500900.jpg
 Ακόμα αναρωτιέμαι, αν πράγματι λογάριαζε τα κουκιά του ή το 'καμνε από παραξενιά και μιζέρια.
 Αν μ' άφηνε να μαζέψω με ησυχία τους λαλάδες, εγώ θα πρόσεχα πολύ κι ούτε μια κουκιά δε θα πατούσα κι ούτε ένα κουκί δε θα πείραζα. Αντίθετα, καλό θα 'καμνα στα σπαρτά, αφού θα τα καθάριζα από τα ζιζάνια.
 Όσο όμως φοβόμουνα κι ορμούσα μάνι-μάνι ν' αρπάξω τον «απαγορευμένο ανθό», τόσο και περισσότερες κουκιές τσαλαπατούσα στη βιάση μου και πιότερο πλήθαινε η λαχτάρα μου για τους φραγκολαλάδες, που λες πως από πείσμα φύτρωναν μόνο στο χτήμα του Σταμάτη, κάθε χρόνο και πιο πολλοί!
 Μέσα σε λίγες μέρες, δεν έμενε σπιθαμή γης που να μην ανθίσει, ούτε γλάστρα και παρτέρι που να μη γεμίσει χρώματα.
 Τα κατακίτρινα λουλουδάκια στα «τσιμπητά» οργίαζαν, οι μπλε μαργαρίτες με τις πορτοκαλιές καρδούλες στις αγριοραδικιές, έλαμπαν σαν αυγινά αστέρια, άσπρα ντελικάτα ανθάκια σε ταξιανθίες γέμιζαν τους αγρούς σαν δανδελένιες ομπρελίτσες, τα λουλούδια στις κουκιές που έμοιαζαν σκυλάκια και μοσχομύριζαν, τα μη με λησμόνει τόσο μικρά και ταπεινά, μα τόσο ρομαντικά και τρυφερά, να τονίζουν μοβ πινελιές στο πράσινο φόντο, οι άσπρες φρέζες με τη μεθυστική ευωδιά να κάνουν κατοχή στις αυλές και στα μπαλκόνια κι άπειρα άλλα μικρολούλουδα, που το καθένα τους ήταν ένα μικρό θαύμα κι όλα μαζί ο Παράδεισος! 

 82293342.jpg

Κι ήταν πράγματι μια γωνιά του Παραδείσου εκείνη η πλαγιά, ανάμεσα στα χωράφια του παππού μου και στο αμπέλι του Μελιώτη, πάνω από το δρομαλάκι που ξεκινούσε από την Αγία Τριάδα κι έφθανε ως το πηγάδι, κοντά στο σπίτι του Ψιακή.
 Εκεί, τα μαρτιάτικα απογεύματα λαμποκοπούσαν τα κάλλη της ζεσταμένης γης, στολισμένα με ζαφείρια και ακουαμαρίνες, καθώς οι μικρές μπλε-μοβ ίριδες τρεμούλιαζαν και ριγούσαν κάτω από τα φτερά της πεταλούδας και της μέλισσας, που τις πολιορκούσαν επίμονα και τρυγούσαν το μέλι της νιότης τους.
 Χρώματα, μυρωδιές, σχήματα, φως κι όλο εκείνο το παραμυθένιο υλικό που οι χρωστήρες των ζωγράφων κι οι πένες των ποιητών δούλεψαν και το μετουσίωσαν σε εικόνες και τραγούδια, για μας ήταν καθημερινότητα! 

90102446.jpg

 Εκείνη η μακάρια, πολύτιμη καθημερινότητα, που πλουσιοπάροχα δώρισε στις παιδικές ψυχές μας τρυφερά ερεθίσματα, θείες παραστάσεις και ιδανικά βιώματα, μαζί με ανεκτίμητα κι ευχάριστα αποκτημένες γνώσεις για τη ζωή, τη φύση, τη δημιουργία κι αυτές τα θησαύρισαν, όλα εκείνα τ' αμύθητα πλούτη κι έτσι τώρα μπορούν κι αντέχουν να ξοδεύονται στα πολυδάπανα ταξίδια και τις εξοντωτικές διαδρομές της σκληρής πραγματικότητας του σήμερα.

Ευαγγελισμοί κι εορτασμοί ... 

426px-Rublev_blagoveshenie.jpg

 Ύστερα απ' τον οργασμό της ξανανιωμένης φύσης μες στου Μαρτιού την αγκαλιά, η αδάμαστη ζωή ξυπνούσε και παραδίνονταν στη ζεστή πολιορκία του ήλιου που την πλησίαζε, σαν γυναίκα σε οίστρο, για να τη γονιμοποιήσει με χάδια καρποφόρα.
Για πέστε μου πώς να μείνουν οι καρδιές των πλασμάτων ανεπηρέαστες και αδιάφορες σε τέτοια κοσμογονία;
 Σκιρτούσαν λοιπόν στα πρώτα χρυσοπόρφυρα ηλιοβασιλέματα, ευαίσθητα και ρομαντικά, έψαχναν να βρουν διέξοδο σ' εμπνεύσεις, δημιουργίες, έρωτες και πάθη κι ύστερα, ασυμμάζευτα κι ορμητικά, έμπαιναν μές στο πανηγύρι της δράσης και της κατάκτησης κι απαιτούσαν ανυποχώρητα τα δικαιώματά τους στη χαρά, την επιτυχία, την αγάπη, την ελευθερία.
 Κι είναι ολοφάνερο, πως αυτές οι αλλοπρόσαλλες ορμόνες του ανήλικου Μάρτη, που τον κάνουν να μην ξέρει πού το πάει και ως πού, είναι που τον ανάδειξαν σε σύμβολο και ορόσημο σπουδαίων γεγονότων και συγκυριών.
Μάρτης ήταν όταν πλημμυρισμένος από αγάπη ο Θεός, μεθυσμένος από τ' αρώματα του παραδείσου που 'χε δημιουργήσει και τον ονόμασε «Γη», αποφάσισε να συγχωρήσει πια κι αυτό το αδύναμο δημιούργημά του και να του ξαναδώσει την εύνοια που του 'χε στερήσει, εξαιτίας της γνωστής παρακοής των προπατόρων του, των πρωτοπλάστων.
 Αμέσως, έστειλε άγγελο, με κρίνο λευκό, για να μηνύσει συμβολικά στην παρθένα της Ναζαρέτ, τη Μαρία, τη χαρμόσυνη είδηση της άπειρης προσφοράς και της μεγαλοσύνης του.


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

 

Της Αγγελικής Συρρή - Στεφανίδου

http://aggeliki-sirri.pblogs.gr/

 

Τρίτη, 9 Μαρτίου 2010

Εκείνοι που ποτέ δεν γνώρισα...

http://www.alithia.gr/column.aspx?Columnsid=10

grapes.jpg

4/3/2010

Ο Γιάννης της, ο πρωτότοκος, τ' αγόρι το δεκατετράχρονο, το αμούστακο, με τα μαύρα μάτια που πετούσαν φλόγες και την ευέλικτη γλώσσα που έσταζε πότε μέλι και πότε χολή - ρήτορα τον αποκαλούσαν οι συναγωνιστές του - πιάστηκε στα δίχτυα της μεγάλης ιδέας του κομουνισμού.

 90205137.jpg
 
Δόθηκε το παιδί, πνεύμα και σώμα, σ' έναν άνισο αγώνα, που μόνο υπέροχες ψυχές μπορούσαν να κάμουν και σε οράματα που μόνο ιδεαλιστές και ανθρωπιστές αιθεροβάμονες μπορούσαν να πιστέψουν.
 
Να μην αξιώνει ο Θεός μάνα να ζει τέτοιους καημούς.
 
Μες στην άγρια νύχτα ορμούσαν οι χωροφύλακες στο σπίτι και τον τραβούσαν απ' τα μαλλιά και κάτω τη σκάλα, για να τον σύρουν στα κρατητήρια και στις ανακρίσεις.
 
Κι όταν ύστερα από μήνες τον αγκάλιαζε πάλι η μάνα του, σαν γύριζε απ' τις εξορίες και τα μπουντρούμια, όλο και πιο λίγο, αυτό που 'βλεπε, έμοιαζε στο παιδί της.
  
Το αγόρι της, το μαστοράκι της, τον καλλιτέχνη μαραγκό που τα χεράκια του ήταν χρυσά και το ριζικό του κάρβουνο! 

200299835-001.jpg

   Το βλαστάρι της, που γεννήθηκε πρώτος και πρίγκιπας κι η μοίρα του τον καταδίκασε να ζει διωγμένος και κυνηγημένος κι απ' το ίδιο του το σπίτι.
  
Έκαμνε η μάνα το πικρό γλυκό, για να μερώσει τις αντιδράσεις του πατέρα, του κόσμου την κατακραυγή, να σιγουρέψει των άλλων της παιδιών την ασφάλεια και του κακότυχού της την άφεση.
 
Χίλια κομμάτια γινότανε για να τ' αντέξει όλα κι όλα να τα φέρει σε λογαριασμό.
 
Κουράγιο στο κουράγιο, ζόρι στο ζόρι, καημό στον καημό ... Καρδιά είν' αυτή ... Τι να σου κάμει; Ράγισε.
 
Θυμούμαι πως παρατηρούσα κάποτε επί ώρες το δράμα μιας σπουργιτίνας, της οποίας το ένα πουλάκι είχε πέσει από τη φωλιά που ήταν ψηλά ανάμεσα στα κεραμίδια, από κάτω, πάνω στο μπαλκόνι του απέναντι σπιτιού. Λαβωμένο το δύστυχο, σπαρταρούσε και ψυχορραγούσε βγάζοντας αδύνατες κραυγούλες.
 
Πετούσε η μάνα ξετρελαμένη, τιτιβίζοντας, μια πάνω και μια κάτω και γύρω-γύρω, ανήσυχη κι απελπισμένη και μόλις έκαμνε να πάει κοντά στο πληγωμένο μικρό έβγαιναν τ' άλλα, τ' άμυαλα, τσιρτσιρίζοντας απ' τη φωλιά κι ήτανε φόβος να γκρεμιστούν κι εκείνα και να 'χουν την ίδια τύχη, αλίμονο. 

92383250.jpg
 
Ξαναγύριζε λοιπόν στη φωλιά για να τα προσέχει, μα όλο έκαμνε και μια βιαστική βουτιά, για να δώσει παρηγοριά στο άτυχο μικρό της που ξεψυχούσε.
 
Κι άντε πάλι και πάλι, από τα κεραμίδια στο μπαλκόνι, μ' απελπισμένα φτερουγίσματα και κραυγές πόνου, ώρες πολλές μοιρασμένη κι ανίσχυρη, να προσπαθεί να παρασταθεί στο δύσμοιρό της κι από την άλλη να προφυλάξει τα υπόλοιπα από τη συμφορά.
 
Ώσπου έπεσε η νύχτα και τη συνέχεια την τραγική την κουκούλωσε το σκοτάδι. Την άλλη μέρα, είδα τη μάνα, υποταγμένη στο καθήκον, να φέρνει στα μικρά της τροφή και το άψυχο κουφάρι, που το 'λιωνε ο αγέρας στο έρημο μπαλκόνι, δεν γύριζε ούτε να το κοιτάξει, αφού ήξερε πως δεν είχε πια την ανάγκη της.
 
Καταρρακώθηκε λοιπόν το κουράγιο της κυρά Ερήνης.
 
Η ψυχούλα της μαρτύρησε και το σώμα- που θέλοντας και μη φιλοξενεί κι επηρεάζεται από το πνεύμα και υφίσταται τις μεταπτώσεις, τις εξάρσεις και τις υφέσεις του - εκτεθειμένο στις αλλεπάλληλες προσβολές του πόνου και της δυστυχίας, κάμφθηκε και γονάτισε. Έπαθε και γιατρειά δεν είχε, σαν ύστερα από συστηματικούς διωγμούς, φυλακίσεις, βασανισμούς, εξορίες και κατατρεγμό, το παιδί της εκτελέστηκε τελικά από τους Γερμανούς και χάθηκαν τα ίχνη του, χωρίς, ποτέ να μάθει κανείς το πότε και που είναι πεταμένα τ' αγιασμένα του κοκαλάκια.
 
Ντύθηκε στα μαύρα η μάνα κι από τότε δεν τα 'βγαλε από πάνω της.
 
Γιατί, τούτος ο θάνατος- που η είδησή του έφθασε στους δικούς του καθυστερημένα - έγινε η χαριστική βολή στην ήδη τραυματισμένη από τους πολλούς θανάτους ζωή της.
 
Ήταν που είχε προηγηθεί κι ο χαμός της αδελφής της, της Βγερώς, η οποία βασανισμένη από άντρα σκληρό κι ανέχεια μεγάλη, χάθηκε πρόωρα και τραγικά μες στον πόλεμο κι άφησε πίσω τα δύο της ορφανά, την Ξανθούλα και τον Στέλιο, στην καλή διάθεση της αδελφής και του γαμπρού της, για να τα περιθάλψουν και να τ' αναστήσουν.
 
Γι' αυτό το μαύρο έβαψε ανεξίτηλα τη ψυχή και τα ρούχα της γιαγιάς μου κι η χαρά εξορίστηκε για πάντα από τη ζωή της.
 
Μπορεί σύντομα να 'ρθαν άλλες καλές μέρες, με αρραβώνες, γάμους, γεννητούρια, γλέντια, γιορτές, μα το κακό είχε γίνει κι ο Χάρος καθόταν απ' έξω και την περίμενε υπομονετικά.

http://www.alithia.gr/column.aspx?Columnsid=10

 

72003752.jpg

 

Κι όσα κοντά της είδα κι άκουσα ...

5/3/2010

Τότε τη γνώρισα τη γιαγιά μου εγώ ... Πικραμένη, χαροκαμένη, ασθενική, μα πάντοτε γλυκιά, προκομμένη, πονετικιά και καλοσυνάτη, ν' αγαπά όλο τον κόσμο και να ξοδεύει τα υπόλοιπα της ψυχής της στην ελεημοσύνη, την προσευχή και την προσφορά.
  
Μαζί της είχα την τύχη να απολαύσω επισκέψεις σε μοναστήρια όπου, αφού με κατάνυξη και μετάνοιες προσκυνούσαμε μία-μία τις εικόνες της εκκλησίας κι άκουγα λεπτομερώς τον βίο και το μαρτύριο του εκάστοτε αγίου και τα τροπάριά του, μετά, εκείνη έπινε το καφεδάκι της με τη γερόντισσα και τις καλογριές, στο υφαντήριο, στην αίθουσα ζωγραφικής ή στο κέντημα, ανάλογα με τις παραγγελιές που είχε να κάμει για τα προικιά των κοριτσιών της κι εγώ έπαιζα μέσα στις λιλαδωτές αυλές, τα λουλουδιασμένα παρτέρια και τους διαδρόμους των κελιών και των αρχονταρικιών, τρώγοντας λουκούμια, στραγαλάκια και σταφίδες.
   Δίπλα της όντας, μπλεγμένη μέσα σ' όλες της τις δουλειές 
συμμετείχα σ' ό,τι έκανε και σ' όσα έβαζε το χέρι της και το μυαλό της. Πήγαινα, ας πούμε, βίζιτα στη φίλη της την κυρά Ανεζούλα στο συνοικισμό του Νοσοκομείου ή στις συγγένισσές της στο Βροντάδο, στα Πιταούλικα και στου Μπούκιου, στα εξαδέλφια του παππού μου στο Λατόμι ή στου γιατρού του Νιαμονίτη και στης άλλης φίλης της, της Βερωνίας, στον Άγιο Γιώργη, της οποίας τα κορίτσια, η Ρένα και η Κίτσα, ήταν φιλενάδες και με τη μαμά και τις θείες μου. 

 

 


  86061651.jpg

Κι οπωσδήποτε ήμουν παρούσα στις εκστρατείες που έκαμνε μαζί με τις κόρες της, στην Απλωταριά, όπου στα υφασματεμπορικά του Πιταούλη και του Καράλη, μας υποδέχονταν μετά «βαΐων και κλάδων»!
 
Σαν να 'ναι τούτη η ώρα, που ανεβαίναμε στο πατάρι του Δημητρού του Καράλη και ο συχωρεμένος, άνθρωπος γλυκύτατος, λεπτός, με κάτασπρα μαλλιά κι άψογους τρόπους, την υποδεχόταν μ' ανοιχτές αγκάλες και μ' όλη του την καρδιά.
- «Καλώς την κυρά Ερήνη, με τις όμορφες κοπέλες ...» έλεγε κι έτρεχαν οι παραγιοί να φέρουν καρέκλες.
 
Κι αμέσως έφταναν κι οι σουμάδες κι οι λεμονάδες, γιατί σαν κόβουν προικιά, ο καφές για τρατάρισμα δεν ταιριάζει.
 
Εκεί να 'βλεπες πανηγύρι!
   
Καταρχάς, κατεβαίνανε απ' τα ράφια τα τόπια τα λινά, οι χασέδες, οι αλατζάδες και τα σεντονόπανα, για να γίνει η επιλογή. Και ...τούτο είναι έτσι και τ' άλλο είν' αλλιώς κι οι ώρες περνούσαν με κουβέντες, χωρίς βιάση, αφού το άγχος ήταν άγνωστη λέξη και συναίσθημα που δεν είχε ανακαλυφθεί ακόμη.
 
Ύστερα πέφτανε οι παραγγελιές.
- «Το λοιπόν, κύριε Δημήτρη μου ... Είκοσι πήχες να κόψετε από τούτο το λινό και είκοσι απέ το χασεδένιο. Και ...για δείτενε ... Αφήνετέ το να 'χει και χάρη. Ε ...μη το τσιγγουνευτήτενε ...»
- «Έννοια σας ... Έννοια σας ... Μπόλικο τ' αφήνω. Να, δείτενε ...» τη διαβεβαίωνε και φρατς-φρουτς, ξετύλιγε τα τόπια απάνω στους πάγκους και μετρούσε με σβελτάδα τα υφάσματα, διπλώνοντάς τα συγχρόνως μια δεξιά, μια αριστερά, απάνω στην ξύλινη μεζούρα. Στο τέλος, μ' ένα χρατς σίγουρο και γρήγορο έσκιζε το πανί πέρα ως πέρα.
 
Ε ... Αμέσως μετά άρχιζε το μεγάλο παζάρι!

 93038783.jpg
- «Όχι κύριε Δημήτρη μου ... Ακριβός είστενε ... Κι εμείς που σας επροτιμήσαμε κι ήρταμε με κλειστά μάτια σε σας κατευθεία ...» διαμαρτυρόταν η γιαγιά μου.
- «Εσείς κάμνετε σα να μη μας έχετε ξαναδεί ...» συμπλήρωνε η μαμά μου, που σαν πιο μεγάλη κόρη ήταν κι η ισχυρότερη σύμμαχος της μητέρας της στις δύσκολες μάχες του παζαρέματος.
- «Καλά ... Καλά ... Δεν θα τα χαλάσομε ...» απαντούσε πάντα διαλλακτικά ο καλός έμπορος, που ασφαλώς είχε προϋπολογίσει το τι επρόκειτο να κόψει κι ήξερε να παίζει πολύ σωστά το ρόλο του στο αλισβερίσι.
- «Κόψε, για την κυρά Ερήνη, πενήντα λεφτά στο κάμποτο και δυο δραχμές στα υπόλοιπα ...» έδινε εντολή.
- «Καλέ ήντα λέτενε..; Αν ήτανε για τόσο, δε θα το συζητούσαμε ... Εμείς ήρταμε δω με τον παρά στο χέρι ... Κι εσείς ...με το σταγονόμετρο ...» Παρεξηγημένη πάλι η γιαγιά!
- «Μα ... Δε βγαίνω κυρά Ρήνη μου ... Δε βγαίνω. Σε τι θες να σου ορκιστώ..;»
- «Ελάτε κύριε Δημητράκη και την άλλη εβδομάδα, που λε ο λόγος, εδώ θα μεστεν πάλι ...»
 
Κι ύστερα από ολόκληρη θεατρική παράσταση -η οποία όμως έπρεπε να παιχτεί για να τιμηθεί ο νόμος του «δούναι και λαβείν» και να ικανοποιηθεί η μεν πελάτισσα ότι αγόρασε στην πιο συμφέρουσα τιμή της αγοράς, ο δε έμπορος ότι κέρδισε όσα περισσότερα μπορούσε -έφθαναν στην επιθυμητή συμφωνία κι όσο οι υπάλληλοι τύλιγαν τα δέματα, οι δύο πλευρές, απαλλαγμένες από το άγχος του πάρε-δώσε, απολάμβαναν πλέον την ψιλοκουβέντα τους μ' όλη τους την καρδιά και τ' αναψυκτικά τους, που τα ανύψωναν με ευχές για τα καλορίζικα.
- «Άντε, καλορίζικα ... Η ώρα η καλή ...»
- «Να στενε καλά ... Να στενε καλά ... Και στω παιδιώ σας ...»
- «Χαρά στη τύχη του, που παίρνει τέτοια κόρη, κυρά Ερήνη ...»
- «Όχι πως θα το πω ... Μα τέτοιες κοπέλες εν υπάρχουνε πια ...»
 
Γι' αυτό, σαν βγαίναμε από το μαγαζί, ήμαστε καθ' όλα ικανοποιημένες.
- «Και καλά εψουνίσαμε και μας εκόψανε όσα εμπορούσανε και μας επεριποιηθήκανε οι αθρώποι ... Και με τον καλό τους λόγο όπως το συνηθίζουνε ...» ήταν κατευχαριστημένη η γιαγιάκα μου.
 
Αχ ... Και πας τώρα στα πολυκαταστήματα και κανένας δε γυρίζει να σε δει. Μονάχος σου τραβολογάς ανάμεσα σε πεταμένα κουρέλια να βρεις κάτι να σου ταιριάζει και τελικά φεύγεις με αδειασμένη τσέπη, φορτωμένος μονάχα άγχος κι απογοήτευση και -το πιο βέβαιο- με ό,τι δεν σου χρειάζεται στην πραγματικότητα!

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

 

Της Αγγελικής Συρρή - Στεφανίδου

http://aggeliki-sirri.pblogs.gr/


 




Πέμπτη, 4 Μαρτίου 2010

Μάρτιος ο απρόβλεπτος...

89861334.jpg

http://www.alithia.gr/column.aspx?Columnsid=10

 

85587546.jpg

2/3/2010

Αποσπερίς της πρώτης του Μάρτη, εκεί γύρω στις πέντε το απόγευμα, την ώρα που ο ήλιος είχε πέσει πίσω απ' τ' Αγιομαρκάκι κι οι καμπάνες χτυπούσαν εσπερινό, έβγαινε η γιαγιά μου στο μπαλκόνι με το σιδερένιο γδάκι στα χέρια κι άρχιζε να χτυπά το γουδοχέρι με τόση δύναμη, που μας ξεκούφαιναν τα καμπανίσματα!

___1_~1.JPG

Κι όσο χτυπούσε φώναζε συγχρόνως: «Όξω ψύλλοι και κοριοί, μέσα Μάρτης και Λαμπρή και καλή Σαρακοστή».
 
Τρέχαμε τότε γύρω απ' τα φουστάνια της και της φωνάζαμε να μας δώσει κι εμάς να χτυπήσουμε κι ύστερα, ξετρελαίναμε τη γειτονιά στα κουδουνίσματα και τις φωνές, ουρλιάζοντας ως αργά το βράδυ: «Όξω ψύλλοι και κοριοί ...», ξορκίζοντας έτσι, με φωνές, αλαλαγμούς και καμπανίσματα, το χειμώνα που έφευγε νικημένος, παίρνοντας μαζί του την κλεισούρα, τη σκοτεινιά, την υγρασία και τα ζωύφια που εντρυφούσαν σε πολυπληθείς παροικίες στα στρώματα, τα παπλώματα, στα σανίδια και τους σομιέδες των κρεβατιών κι έβγαιναν σε στρατιές, να παιδέψουν τους ταλαίπωρους ανθρώπους, μόλις τους έπαιρνε ο ύπνος, με τσιμπήματα και φαγούρες.
 
Βέβαια, η μαμά κι οι θείες μου δεν άφηναν τέτοια «θηρία» να κάμουν κατοχή στα κρεβάτια μας, αφού ακούραστες και σχεδόν υποχόνδριες, έβγαζαν έξω στρώματα και παπλώματα να λιαστούν καθημερινά και με αναμμένα κεριά, περνούσαν γύρω-γύρω τα σανίδια και τους σομιέδες ώστε αν τυχόν τρύπωνε ζωύφιο, πονηρό και ύπουλο, το έκαιγαν άσπλαχνα πριν προλάβει να κάνει κατάσταση.

86272594.jpg

 Έτσι, ο ύπνος μας ήταν ήρεμος και υγιεινός, εκτός εξαιρέσεων βέβαια, αφού υπήρχαν κι οι γάτες, οι οποίες τριγυρίζοντας πάντα στα πόδια μας, μας κολλούσαν ψύλλους που θαρρείς πως κεντούσαν τα τσιμπήματά τους σαν τακτικές βελονιές στις γάμπες μας γεμίζοντάς τις μικρά κόκκινα σημαδάκια εκεί που τελείωναν τα καλτσάκια μας κι η φαγούρα μας τρέλαινε και ξυνόμασταν μέχρι που βγάζαμε αίματα! 

89789414.jpg
 
Άρχιζε τότε η μαμά να μας ξεψυλλίζει με μανία, σαν τη πιθηκίνα που ψειρίζει τα πιθηκάκια της κι όταν έβρισκε τον ψύλλο, τον έλιωνε μ' ένα «κρατς» ανάμεσα στα μεγάλα της νύχια και μόνο τότε ησύχαζε, αφού είχε σώσει πια τα παιδιά της από των ψύλλων τα δόντια!
-«Πω, πω ...» φώναζε, «τα κατάφαγες, κακό καιρό να 'χεις ...» 

200459477-005.jpg

 
Χαιρετούσαμε λοιπόν με κουδουνίσματα κι ανακούφιση το χειμώνα που αναχωρούσε και με τον ίδιο τρόπο καλωσορίζαμε την άνοιξη η οποία φτάνοντας έστελνε τα πρώτα μηνύματα και τις πιο γλυκές υποσχέσεις της με τον παιχνιδιάρη κι άστατο μικρό της γιο, το Μάρτη, που με τα τερτίπια και τα απρόβλεπτα φερσίματά του, δικαιολογεί πάντοτε την άποψη του λαού για την αφεντιά του : «Μάρτης είναι, νάζια κάνει, πότε κλαίει, πότε γελάει».

90061571.jpg

Γιατ' είναι τούτος ο πρωτογιός, ο παραχαϊδεμένος και κακομαθημένος, ακριβώς όπως ο κάθε νιούτσικος, που δε γροικά τι κάνει και πού πα' και κανείς δεν ξέρει πώς να τον χαρακτηρίσει και από πού να τον πιάσει.
 
Άλλοι πάλι τον λένε: «Γδάρτη και κακό παλουκοκαύτη», αφού μπορεί να κάνει τόσα κρύα και χιόνια όσα δεν κάνει ο Δεκέμβρης, ο Γενάρης κι ο Φλεβάρης μαζί κι ύστερα, να πλημμυρίσει κάμπους και χειμαδιά από τα ποτάμια που ξεχειλίζουν και να πνίξει στα μαντριά τους νιογέννητους αμνούς και τα ριφάκια.

 85656637.jpg
Κι άλλες χρονιές πάλι να παγώσει τους ελαιώνες και να κάψει τις αμυγδαλιές απάνω στον καρπό.
 
Όμως, κακά είναι τα ψέματα, όπως από τον Αύγουστο νιώθουμε το χειμώνα που πλησιάζει, έτσι κι απ' το Μάρτη μυρίζει το καλοκαιράκι κι η πλάση ξανανιώνει. Καθώς, τούτος ο γοητευτικός νεαρός φτάνει, με τις λαμπρές αχτίνες του ήλιου στεφανωμένος, ζεσταίνει τη γη και την ερεθίζει, μεγαλώνει τη μέρα, κι οι ώρες που κερδίζει το φως είναι σαν κάτι να μας υπόσχονται ανεξήγητο!
 
Ξαφνικά, φουσκώνουν τα μπουμπούκια στις μουσμουλιές, τις κερασιές και τις βερικοκιές, που ντύνονται μέσα σε μια νύχτα στα ροζ και τ' άσπρα πέπλα κι οι μέλισσες ξετρελαμένες, αρχίζουν τη δουλειά απ' τα ξημερώματα, τρυγώντας τις.

cf83ceaccf81cf89cf83ceb70006.jpg

Κι επειδή είναι γνωστό πως ποτέ ο «Μάρτης δε λείπει απ' τη Σαρακοστή», στ' αμπέλια, τα τροφαντά φυλλαράκια ξεπετιούνται προς χάριν της νοικοκυράς, που θα τυλίξει μ' αυτά τους γιαλαντζί ντολμάδες, το πιο καλό κι αγαπημένο φαγητό της Σαρακοστής.
 
Μόνο απ' αυτά τα τρυφερά φυλλαράκια αν γίνουν τα ντολμαδάκια, τότε μόνο θα λιώνουν κυριολεκτικά στο στόμα. Αν και στην απόλυτη επιτυχία και τη γευστική πανδαισία αυτού του πιάτου, συμβάλλουν τα μέγιστα και το φρέσκο κρεμμυδάκι, ο δυόσμος και το μάλαθρο, τα οποία αφθονούν αυτήν την εποχή. Μα το μεγάλο ατού της μαγείρισσας και σ'; αυτή τη συνταγή, κατά τη μητέρα μου, είναι το άφθονο και αγνό ελαιόλαδο.

ntolmadakia1.jpg

 Μεγάλοι και μικροί νηστεύαμε τότε πραγματικά, γι αυτό όσα φαγητά μπορούσαμε να φάμε έπρεπε να είναι εύγευστα, υγιεινά και δυναμωτικά, για να στηρίζουν τις τόσο έντονες δραστηριότητές μας, αφού ούτε αυτοκίνητα χρησιμοποιούσαμε, όπως τώρα που δεν πατά το πόδι μας στη γη, ούτε σούπερ-μάρκετς και φαστ-φουντς υπήρχαν, για να μας προκαλούν με τα λογιών καλούδια τους και να μας παρασύρουν να ξεφεύγουμε από την αυστηρή επιτήρηση και να σπάμε με νοστιμιές τη νηστεία μας.
 
Ένα άλλο πολύ δυναμωτικό και ορεκτικότατο νηστήσιμο πιάτο της εποχής, ήταν οι ροβιθοκεφτέδες. Μμμ ... Εκεί να δεις απόλαυση!
 
Περνούσαν οι καλομαγείρισσες τα ρεβίθια στη μηχανή του κιμά- είχαμε κι από τότε τέτοιες πολυτέλειες, βλέπεις- κι ανακάτευαν τον πολτό με άφθονο ψιλοκομμένο κρεμμύδι, δυόσμο, αλεύρι, αλάτι και πιπέρι. Απλά υλικά μα μοσχομύριζαν τρεις γειτονιές σαν τα τηγάνιζε τούτα τα κεφτεδάκια η μαμά!

89830493.jpg

Να μην ξεχάσω τους λαχανοντολμάδες και τις σουπιές με σπανάκι, τη φάβα από κουκιά με άφθονο λάδι και ωμό κρεμμύδι, μα και τα γεμιστά κρεμμύδια, τα οποία τα παράγγελνε ο μπαμπάς μου ειδικά γι' αυτό το σκοπό από τη Σάμο κι ήταν μεγάλα και μακρουλά για να τυλίγονται τα φύλλα τους εύκολα. Τα έκοβαν πάνω-κάτω, κι ύστερα τα χάραζαν στη μέση και τα φύλλα τους άνοιγαν σαν περγαμηνές. Στη συνέχεια τα καθάριζαν από κείνη την διαφανή μεμβράνη που έχουν ανάμεσά τους, τα ζεματούσαν για να 'ναι τα φύλλα ευλύγιστα και τα τύλιγαν σαν μασούρια, αφού τα γέμιζαν με νόστιμη γέμιση από ρύζι, κουκουνάρια και σταφίδες, την ίδια που χρησιμοποιούσαν και στους λαχανοντολμάδες.
Όμως, αυτά τα φαγητά, εκτός από «ορφανά» που τα τρώγαμε στη νηστεία, ήταν υπέροχα σαν τα γέμιζαν και με ρύζι και κιμά τον υπόλοιπο χειμώνα.
 
Νηστικοί λοιπόν και πεινασμένοι ποτέ δεν απομέναμε και πολύ φοβούμαι, πως αντί ν' αδυνατίζομε στις νηστείες, εμείς παχαίναμε, αφού καταναλώναμε περισσότερα όσπρια, ξηρούς καρπούς, άφθονο μέλι και διάφορα άλλα παχυντικά, όπως χαλβάδες, παντεσπάνια, φυστικοπάστελα και ταχίνι.

 

 

87991396.jpg

Εκείνη που ποτέ δε θα ξεχάσω ...

3/3/2010

Αχ ... Πώς να τα ξεχάσω εκείνα τα λιακερά απομεσήμερα, που έχοντας πια τελειώσει τις δουλειές της ημέρας κι αφού είχε χτυπήσει η καμπάνα εσπερινό, έφτιαχνε η γιαγιάκα μου το καφεδάκι της, τo βαζε σε κούπα -κεσέ το 'λεγε- κι έβγαινε να κάτσει στον ήλιο για να τ' απολαύσει.
 
Έκαμνε το σταυρό της, «καλό ξημέρωμα» έλεγε κι έριχνε μές στον καφέ και δυο γεμάτες κουταλιές ταχίνι, για να την «πιάσει».
 
Έτρεχα τότε με μια γωνιά ψωμί στο χέρι, για να μου την αλείψει με ταχίνι, ζητούσα να την πασπαλίσει κι από πάνω με μπόλικη ζάχαρη και πήγαινα και κάθιζα με το παγκετάκι μου κοντά της για να παίρνω πού και πού καμιά ρουφηξιά από τον καφέ της.
 
Αχ, η καλή μου γιαγιάκα ... Απλοϊκή ήσουνα μα και καλομαθημένη γυναίκα
Δυστυχώς χάθηκε νωρίς. Με το χαμό της ορφάνεψε το σπιτικό της και διαλύθηκε η οικογένεια. Κι ήταν σα να πήρε μαζί της όλες τις γλυκές στιγμές των παιδικών μου χρόνων.
 
Ήμουνα βλέπεις το πρώτο της εγγόνι κι αλώνιζα, που λένε, στο σπίτι της και την καρδιά της, αν κι όλοι οι υπόλοιποι εκεί μέσα με λάτρευαν και χατίρι δε μου χαλούσαν.
 
Φαντάσου, πως τις παιδικές αρρώστιες, για να μην τις κολλήσει και το μικρό μας το Ρηνάκι, τις περνούσα στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς με μύριες περιποιήσεις και φροντίδες. Όλους τους είχα να τρέχουν και να λαχταρούν για μένα.

martis.jpg

 Την πρώτη μέρα του Μάρτη, μου φτιαχνε η γιαγιά μου ένα βραχιολάκι από στριφτό άσπρο και κόκκινο μίτο, το γνωστό «Μάρτη», μου το 'δενε στο χεράκι μου το παχουλό και μου 'λεγε:
- «Να μην το βγάλεις όλο το μήνα, γιατί ο ήλιος θα σε μαυρίσει και θα 'σαι άσχημη.»
 
Μεγάλη φοβέρα για κάθε θηλυκό εκείνου του καιρού, η ασχήμια από το μαύρισμα.
Το χειρότερο που μπορούσε να πάθει μια «καθώς πρέπει» κοπέλα ήταν να μαυρίσει. Δηλαδή, να γίνει το δέρμα της σκουροκάστανο και ξερό, σαν τηγανισμένη μελιτζάνα. Να γεμίσει τσέπρες (φακίδες) στίγματα και ζάρες (ρυτίδες) πρόωρες.
 
Τέτοια καταστροφή πάθαιναν οι αγρότισσες, που έμεναν εκτεθειμένες ώρες πολλές στην ύπαιθρο και στις αλλαγές του καιρού, γι' αυτό γερνούσαν πριν την ώρα τους.
 
Οι αστές, που καμάρωναν πως ήλιος δεν τις βλέπει και πρόσεχαν την καλλονή τους, έπρεπε να είναι άσπρες-άσπρες, καμιά φορά ίσως και χλωμές, για να δείχνουν άυλες, σχεδόν ασθενικές, όπως «η κυρία με τις καμέλιες» κι έτσι οι άνδρες να αισθάνονται δέος και τρυφερότητα όταν τις βλέπουν, να τις προσέχουν και να τις περιποιούνταν σαν πολύτιμα εύθραυστα κρύσταλλα και σαν τρυφερά, ευαίσθητα γιασεμιά!
 
Αχ, γιαγιάκα μου ... Να 'σουν τώρα από μια μεριά να δεις τις σημερινές καλλονές, πασαλειμμένες λοσιόν και λάδια ολόγυμνες, να ξεροψήνονται με τις ώρες, ξαπλωμένες κάτω απ' τον καυτό ήλιο!
 
Η μόδα λέει, τις θέλει μαυριδερές και στεγνές σαν τα φουρνισμένα ξερά σύκα!
 
Κι είναι λέει το μαυρισμένο γυναικείο σώμα προκλητικό και δείχνει υγιές και γυμνασμένο.
 
Αποτέλεσμα; Εγκαύματα που αφήνουν ανεξίτηλα σημάδια, μελανώματα και κακοήθειες δερματικές, πρόωρη γήρανση και μερικά άλλα τέτοια καλά, για τα οποία όμως, η τεχνολογία κι η επιστήμη προτάσσει στρατιές βοηθημάτων και πολυδάπανων θεραπειών, από ινστιτούτα καλλονής, κέντρα αισθητικής, ιατρικά κέντρα, καλλυντικά και φάρμακα. 

88508408.jpg
 
Ενώ εσύ γιαγιάκα μου, μας έφτιαχνες το «Μάρτη» μας, τον περνούσες στο χεράκι μας κι ήσουν ήσυχη πως οι υπεριώδεις ακτίνες του τρόμαζαν κι απόστρεφαν την επικίνδυνη λάμψη τους από το προσωπάκι μας το αλαβάστρινο κι έτσι εξασφαλίζαμε δια βίου ομορφιά και νεότητα, άπειρο κάλλος, υγεία, προστασία, θαυμασμό και λατρεία από το ισχυρό φύλλο!
 
Συμβούλευες τα όμορφα κορίτσια σου να μην ξεχνούν ποτέ το μαντήλι ή το παρασόλι τους πριν βγουν έστω και στο μπαλκόνι, γιατί εκτός από το πρόσωπο, άσπρα κι άψογα έπρεπε να διατηρούν και τα μπράτσα και τις γάμπες και τα ντεκολτέ τους.
 
Και συ πια τις καμάρωνες όλες, γιατί ήταν όμορφες, καλοκαμωμένες και νταρντάνες, η μια καλύτερη από την άλλη, άσε πια και νοικοκυρές και χρυσοχέρες και σεμνές και άβγαλτες!

89133805.jpg
Κι εκείνοι που ποτέ δε γνώρισα ... 

 
Δυστυχώς, τη γιαγιάκα μου τη θυμούμαι στα χρόνια εκείνα, που οι πληγές από τα συναπαντήματά της με τη δυστυχία, της είχαν σημαδέψει άσχημα την καρδιά και η υγεία της είχε κλονιστεί επικίνδυνα.
 
Η καημένη η Ερηνιώ, είχε περάσει πικρά νιάτα, αφού απόμεινε πεντάρφανη από μικρή, με μόνη παρηγοριά μια πιο νέα αδελφή, τη Βγερώ.
 
Η μητέρα της πέθανε όταν τα κορίτσια ήταν στην εφηβεία κι ο πατέρας τους, ο οποίος δούλευε στην ξενιτιά κι είχε και τον αδελφό τους τον Στέφανο κοντά του, πέθανε μετά κι αυτός, σχεδόν αμέσως, στη Ρουμανία.
 
Πού λοιπόν να γείρουν ν' ακουμπήσουν τα κοριτσάκια;
 
Η πιο εύκολη λύση; Να παντρευτεί το Ερηνιό, να 'χουν και τα δυο έναν προστάτη.
 
Την πάντρεψαν λοιπόν οι συγγενείς, μικρή-μικρή με τον παππού μου. Εκείνος είκοσι τριών κι εκείνη δεκαεννιά ήταν σαν άρχισαν να 'ρχονται τα παιδιά το ένα μετά το άλλο.
 
Κι όπως συνέβαινε εκείνα τα χρόνια, δεν ήταν δυνατόν να ξεφύγει η γιαγιά μου από το ζηλόφθονο αρπαχτικό χέρι του Χάρου, που καθισμένος έξω απ' την πόρτα της ξεδιάλεγε κι άρπαζε όποιο παιδί του 'καμνε κέφι.

89789001.jpg

 Τρία της πήρε! Δυο γιους και μια κόρη. Ο χαμός τους ρούφηξε κι άλλο αίμα από τη ψυχή κι άλλο κουράγιο από το σώμα της και το 'ριξε στο μνήμα μαζί τους.
 
Ευτυχώς που κέρδισε τα άλλα επτά τουλάχιστον.
Τα μεγάλωνε σαν βλαστάρια και σαν λουλούδια κι είχε ένα σπίτι γεμάτο φωνές, τρεχάματα, γέλια, πειράγματα, γκρίνιες και παιχνίδια από τρία αγόρια και τέσσερις κοπέλες, αγαπημένα και γερά, χορτασμένα κι όμορφα, τα καμάρια της μάνας και του πατέρα τους η περηφάνια.
 Ύστερα, σαν τα πουλάκια της άρχισαν να πετούν και ξεθαρρεμένα να μακραίνουν παράτολμα, ήλθε το άλλο, το πιο μεγάλο χτύπημα στην παιδεμένη ψυχή της.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

 

Της Αγγελικής Συρρή - Στεφανίδου

http://aggeliki-sirri.pblogs.gr/

 

 

 

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2010

Καθαρή στον Παρθένη...

 

http://www.alithia.gr/columnbyid.aspx?columnid=1017

lagana.jpg

 23/2/2010

Συνέχεια από προηγούμενο φύλλο

Να που ξημέρωνε κάποτε κι η Καθαρή Δευτέρα, η οποία έπρεπε λέει να ξεκινήσει με νηστεία και αποχή από κάθε διασκέδαση και γλέντι. Μα ...έλα που η παράδοση ήθελε να γίνεται μεγάλος σαματάς και πανηγύρι, ακριβώς για να παραχορτάσουμε πια χαρά, να καθαρίσουμε κι όσα απομεινάρια νοστιμιάς είχαν απομείνει στους τεντζερέδες και μπουχτισμένοι και κουρασμένοι να μπούμε στο πρόγραμμα της νηστείας και της προσευχής, χωρίς άλλες δικαιολογίες.
 
Κατά το έθιμο λοιπόν, την Καθαρή Δευτέρα, έπιαναν οι γυναίκες κι έτριβαν τα τηγάνια και τα χαρανιά με στάχτη και σαπούνι, για να καθαρίσουν κι έτσι να μη μαγαριστεί η νηστεία.
Τρώγαμε, εκτός από τα υπολείμματα τα αποκριάτικα, ταραμά, ελιές, τουρσιά, λογιών θαλασσινά και όστρακα, γαρίδες, καραβίδες, καλαμάρια και χταπόδια, ρόζα και μπρικ, γλιστρίδα, κάρδαμο, κρεμμυδάκια, μαρουλάκια και άνηθο, φασολάδες, σκορδαλιές και σπανακόπιτες κι ύστερα χαλβάδες από σιμιγδάλι, φυστικοπάστελα, κασκαμπούκες μαστιχάτες κι οπωσδήποτε τραγανιστές λαγάνες, που μέχρι να τις φέρομε από το φούρνο, είχαμε καταβροχθίσει τις μισές!

xartaetos-2.jpg

 Ευκαιρία να μαζευτούμε γι' άλλη μια φορά γύρω απ' το τραπέζι και ν' αρχίσουν τα σαγόνια -που δεν είχαν προλάβει να ξεκουραστούν- ν' αλέθουν το ξιδάτο χταποδάκι και τις σουπιές με το σπανάκι, ώσπου τ' αδειανά όστρακα από τα στρείδια και τις γυαλιστερές να μαζευτούν σαν βουναλάκια μες στα πιάτα!
 
Μετά, μάνι-μάνι και πριν προλάβουν οι γονιοί μας να μαζέψουν το τραπέζι, να πάρουν μια ανάσα κι ένα καφεδάκι για να χωνέψουν, εμείς πιάναμε τη γρίνα, απαιτώντας να μας πάνε στον Παρθένη, όπου ο κόσμος απ' όλη τη Χώρα και τις γειτονιές μαζεύονταν να πετάξει τους χαρταετούς και να γιορτάσει τα Κούλουμα.
 
Όλη τη μέρα της Καθαρής, ντυμένοι μασκαράδες οι περισσότεροι, ανηφόριζαν την Ατσική, με τα καλαθάκια στα χέρια και τα κοφίνια στην πλάτη κι έστρωναν τα νηστίσιμά τους εκεί δίπλα στην όχθη, απάνω σε μπατανίες και κιλίμια.

skitso_xartaetou[1].jpg

Τα παιδιά τρέχανε πάνω-κάτω μέχρι ν' ανεβάσουν τους πολύχρωμους χαρταετούς με τα περίτεχνα ζύγια και τις φουντωτές ουρές κι αν είχαν την τύχη ο καιρός να είναι γλυκός και καθαρός και το αεράκι όσο χρειάζεται για να σηκωθεί ο αετός τους, τότε ο ουρανός γέμιζε κίνηση και χρώμα.
-«Μόλα καλούμαααα ...Μόλα καλούμαααα ...», ούρλιαζαν επιχειρώντας ξανά και ξανά, βαστώντας ο ένας τον αετό όσο πιο ψηλά μπορούσε, την ώρα που ο άλλος ρεγουλάριζε το σπάγκο τυλίγοντας ή ξετυλίγοντάς τον από το τεράστιο κουβάρι.
Μέχρι να σκοτεινιάσει, οι πιο επιδέξιοι που κατάφερναν όχι μόνο να πετάξουνε τους αετούς τους αλλά και να τους γλυτώσουνε από τον ανταγωνισμό, παράμεναν στις επάλξεις, μη θέλοντας να κατεβάσουν από την διακεκριμένη της θέση την απόδειξη της μαστοριάς τους.
Γιατί θέλει πραγματική μαστοριά η όλη επιχείρηση.

1591809.jpg

Το πρώτο και το βασικότερο βήμα της όλης διαδικασίας είναι το ανέβασμα του αετού. Πρέπει να πιάσεις τα κατάλληλα ρεύματα του αγέρα που θα σε βοηθήσουν γι' αυτό και στη συνέχεια, με χέρι στιβαρό κι επιδέξιο, ν' αγαντάρεις στις ξαφνικές ριπές ή τις άπνοιες, ώσπου να σταθεροποιηθεί και να μην έχει φόβο πια να κάμει ο σπάγκος κοιλιά. Αν δεν τα καταφέρεις, ο περήφανος αετός σου θα πέσει σε περιδίνηση, ύστερα σε κατακόρυφη βουτιά κι εντός δευτερολέπτων, στην καλύτερη περίπτωση, θα προσγειωθεί μαραμένος, ενώ στη χειρότερη, την καθοδική του πορεία θα ανακόψει άδοξα δέντρο, στύλος ή η απλώστρα στην ταράτσα κάποιου σπιτιού.
Κι ας πούμε πως εσύ κι η εμπειρία σου υψωθήκατε μαζί με τον αετό επιτυχώς κι όλους κι όλα τα βλέπετε πια αφ' υψηλού μικροσκοπικά, ασήμαντα κι αδύνατα.
Κι ας πούμε πως κι ο καιρός σας στέκεται σύμμαχος κι η θέση που διαλέξατε σάς βοηθά τόσο, ώστε να συγχαίρετε και να θαυμάζετε την μαστοριά και την τέχνη σας ενθουσιασμένος.
Το κακό μάτι όμως και το φθόνο του ανταγωνιστού τον λογαριάσατε;
Μετρήσατε την πονηριά και τον ύπουλο χαρακτήρα του αντίζηλου;
Λογαριάσατε πως από δίπλα, απ' απέναντι κι από πίσω ο κίνδυνος παραμονεύει;
Όχι;
Ε, παρ' την λοιπόν τη γυριστή για να μάθεις κι άλλη φορά να βαστάς τα μυαλά σου προσγειωμένα και να φυλάγεσαι.
Γιατί εσύ μπορεί να ξέρεις ν' ανεβαίνεις και να πετάς αγέρωχα, αλλά οι άλλοι που εποφθαλμιούν την αποκλειστικότητα και την επιτυχία σε επιβουλεύονται, με κόλπα φακίρικα, με ζαβολιές ανέντιμες και με τα ξυραφάκια που έχουν δεμένα απάνω στο δικό τους χαρταετό, παραμονεύουν να σε βρούνε σε αδυναμία, για να σου ξουρίσουν τα ζύγια, να σου σκίσουν τις πολύχρωμες λαδόκολλες, ή να σου κόψουν τον σπάγκο κι άντε κι από χρόνου και περαστικά. Αμέεεε ... Καλά να πάθεις ...
14-02-10_390914_1.gif
Εκεί λοιπόν στην όχθη του Παρθένη, όπου το λιγοστό νεράκι κυλούσε κελαριστό στην άβαθή του κοίτη κι όπου τα χοντρά άσπρα βότσαλα γυαλοκοπούσαν φρεσκοπλυμένα, πηγαίναμε κι εμείς για να δούμε τους γύφτους με τα νταούλια τους, τον αρκουδιάρη με την αρκούδα που ήξερε να χορεύει και να βάζει κραγιόν, τους κουδουνάτους που πετούσαν κονφετί και κοροϊδίες στους αμασκάρευτους και τους εκατοντάδες χαρταετούς στον ουρανό.
Με γέλια, τραγούδια, αστεία, πειράγματα και φωνές, διασκέδαζαν και χόρευαν οι παρέες των καρναβαλιστών. Μα καθώς έπεφτε τ' απόγευμα και η ψύχρα πλάκωνε κατρακυλώντας από τα βουνά, τους έβρισκε, ναι μεν ξαναμμένους από το κρασί και τον ταραμά αλλά ανυποψίαστους, τους ξάφνιαζε, τους χαλούσε το γλέντι και τη διάθεση κι άρχιζαν, η αλήθεια με μισή καρδιά, να τα μαζεύουν και ν' αποχωρούν φωνάζοντας ο ένας στον άλλον:
 
-«Άντε και του χρόνου με το καλό ...και καλή Σαρακοστή».

 

Της Αγγελικής Συρρή - Στεφανίδου

http://aggeliki-sirri.pblogs.gr/

 

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2010

Χορέψετε, χορέψετε, παπούτσια μη λυπάστε...

Γυναικεία φιλαρέσκεια ...

92570169.jpg

18/2/2010

Συνέχεια από προηγούμενο φύλλο

Το δικό μας όμως πρότυπο ήταν αυτή η γυναίκα.
Αυτή τη γυναίκα που οι γνωστοί, οι φίλοι, οι συμμαθήτριες, οι καθηγητές μας και διάφοροι άγνωστοι που κατά τύχη τη συναντούσαν, γοητεύονταν από την έντονή της παρουσία, την άψογη συμπεριφορά, την αξιοπρόσεχτη καλλιέργειά της και τη χαρισματική της ικανότητα να σαγηνεύει χωρίς κόπο τους πάντες.
 Αυτή τη γυναίκα που προσπαθώντας να καλλιεργήσει ως και την ευαισθησία μας, μα και τη δραματική πλευρά της ζωής να μας δείξει για να 'μαστε έτοιμοι να δεχτούμε τα αναπόφευκτα βάσανα, τις απώλειες και τους καημούς που μας περίμεναν, μας τραγουδούσε τραγούδια μελαγχολικά που μας έκαμναν να σπαράζουμε στο κλάμα, όπως εκείνο που για ένα ζευγάρι τρυγόνια μιλούσε κι από το οποίο την πιο χαρακτηριστική του φράση μόνο θυμούμαι που έλεγε: «Μαύρη τουφεκιά, μαύρη και κακιά, έπεσε στη φτέρη κι άφησε νεκρό, κάτω το μικρό κι ακριβό του ταίρι».

 sb10066698ov-001.jpg
 
Αυτή τη γυναίκα- μάνα καμαρώναμε τότε κι αυτή την μάνα μνημονεύομε και τιμούμε τώρα.
Τη μάνα, που δεν πήρε πτυχία και διπλώματα από σχολές και πανεπιστήμια, ούτε βαθμούς, προαγωγές και διακρίσεις, πράγματα που ασφαλώς θα τα κατόρθωνε στον υπέρτατο μάλιστα βαθμό αν δεν ξόδευε όλο της το κουράγιο, την ικμάδα και τα όνειρα, στην ανατροφή και την φροντίδα τη δική μας.
 
Αυτή τη γυναίκα τίμησε κι ο πατέρας μας, που στάθηκε μοχλός στα κατορθώματά του και υπόβαθρο στις επιδιώξεις του κι έτσι, στηρίζοντας ο ένας τον άλλον, πέρασαν το δύσκολο δρόμο της συμβίωσης που λέγεται «γάμος» κι εγώ λέω, πως πρέπει να λέγεται «συναγωνισμός με κοινό στόχο». 

92569718.jpg
 
Μοχθούσαν κι ο ιδρώτας του μόχθου τους έπεφτε σαν τη δροσιά της καλοκαιριάτικης νύχτας και δρόσιζε τις παιδικές μας ψυχές με αγάπη και φροντίδα. Μοιρασμένες με μια άτυπη συμφωνία οι ευθύνες κι ο καθένας από το πόστο του, χωρίς παράπονα, γκρίνιες και προστριβές. Αφοσιωμένοι στο καθήκον και στις προσφορές για την οικογένεια που αποφάσισαν να δημιουργήσουν, ποτέ δεν βαρυγγώμησαν, ποτέ δεν μας παραμέλησαν κι ως τα βαθιά τους γεράματα, η παρουσία τους και μόνο στη ζωή μας, ήταν στήριγμα συναισθηματικό και δώρο Θεού, που μας έκαμνε να νιώθουμε ακόμη παιδιά, προστατευμένα από την έννοια τους και την ευχή τους.

 


Χορέψετε, χορέψετε, παπούτσια μη λυπάστε ... 

  assets_LARGE_t_1401_12678496.jpg
 Είναι χρονιές, που το Τριώδιο μπαίνει από τα μέσα του Γενάρη. Aλλά, κακά τα ψέματα, όλη η φασαρία και το σούσουρο της Αποκριάς γίνεται πάντα το Φλεβάρη που φιλοξενεί εννιά φορές στις δέκα και την Καθαρή Δευτέρα.
 
Το σύνθημα το παίρναμε τότε από τις σερπαντίνες και τα κομφετί, που μας έφερναν ο μπαμπάς κι ο θείος ο Ηλίας μόλις άρχιζαν οι Αποκριές.
- «Μόνο σερπαντίνες σας παρακαλώ», φώναζε - αδίκως - η μαμά μου, γιατί τις άτακτες πολύχρωμες παρεΐτσες των κομφετί, τις ξετρύπωνε κάτω από τα πιο απίθανα σημεία, με αποτέλεσμα τα νεύρα της να την προδίδουν στον άνισο αγώνα της μαζί τους.
Μα ποιος έδινε σημασία στις παρακλήσεις της ...;

24_4.jpg

- «Σ' ορκίζομαι καλέ μαμά, μόνο στο σχολείο θα τα πάρω», της έλεγα και το πίστευα, γιατί δεν ήθελα να τη συγχύζω και να την κουράζω, μα έλα που ήταν πολύ μεγάλη η ηδονή σαν πετύχαινα να μπουκώσω το στόμα της αδερφής μου με μια μεγάλη φουχτιά κι έσκαγα στα γέλια παρακολουθώντας την να φτύνει επί ώρα με σιχασιά.
 
Παίρναμε τις σερπαντίνες και τις φέρναμε βόλτα από τα κάδρα κι ως τα πολύφωτα κι από τις εταζέρες ως τις κρεμάστρες κι έτσι γεμίζαμε το σπίτι χρώμα και κίνηση παρδαλή, πράγμα που απολαμβάναμε βέβαια, αντίθετα με τη μαμά που χανε τον μπούσουλα. Κι αυτό κρατούσε τόσες εβδομάδες!
 
Ύστερα, αρχίζαμε να κάνομε σχέδια για τις στολές και τις αμφιέσεις. Τότε βέβαια δεν υπήρχαν τα πολυκαταστήματα για να πάμε να ψάξουμε τη στολή που θα πραγματοποιούσε την ιδέα της μεταμφίεσής μας. 

8390633.jpg
 
Εμείς και μόνο εμείς έπρεπε να φανταστούμε, να σχεδιάσομε και να πραγματοποιήσομε το κοστούμι των ονείρων μας, εκ των ενόντων μάλιστα. Φυσικά, το κυνήγι της σύλληψης της ιδέας και η περιπέτεια κι ο αγώνας μέχρι την πραγματοποίησή της, ήταν που μας έδιναν τις περισσότερες συγκινήσεις και την ικανοποίηση της μοναδικότητας.
 
Υπήρχαν όμως και μεταμφιέσεις που έβρισκαν την εύκολη λύση τους σε μια στολή τσολιά ή Αμαλίας. Υπήρχε κι η περίπτωση που βόλευε να ντυθεί κανείς με το γαμπρικό κοστούμι του μπαμπά ή με το νυφικό της μαμάς. Το γιλέκο του παππού κι η πλερέζα της γιαγιάς επιστρατεύονταν ενίοτε. Η ρόμπα και το σάλι της θείας, ταίριαζαν με τη μαγκούρα της κυρά Κατερίνας και το μακρύ κολιέ της γειτόνισσας με τα τακούνια της Βάσως. Οι «μουτσουναριές» οι χάρτινες, με τις γελοίες εκφράσεις, συμπλήρωναν τα παράταιρα κουστούμια. Όρεξη να ';χε κανείς και φαντασία και να που μέσα σε λίγη ώρα, τσούρμο αλαλάζοντες κουδουνάτοι τρέχαμε από κάμαρη σε κάμαρη κι από σπίτι σε σπίτι χαλώντας τον κόσμο με τραγούδια, φωνές και ευθυμία.

13-02-09_267340_21.jpg

Στα κατοπινά χρόνια, έντυνα τις κόρες μου με στολές περίτεχνα φτιαγμένες από τούλια, μουσελίνες, φτερά, καπέλα και αξεσουάρ, τέλειες απομιμήσεις των πραγματικών, πράγμα που τις έκανε να παραληρούν από χαρά, γιατί βδομάδες πιο μπροστά μ' έσερναν από μαγαζί σε μαγαζί κι από βιτρίνα σε βιτρίνα, μέχρι να κατασταλάξουν αν θα γίνουν μαρκησίες, κυρίες των τιμών, νεράιδες ή βασίλισσες του χιονιού. Έπαιρνα βέβαια κι εγώ χαρά από τη χαρά τους κι η συμμετοχή μου στο κυνήγι του τέλειου κουστουμιού ήταν σημαντική, αλλά κάτι μου έλειπε. Έλειπε εκείνο το μοναδικό συναίσθημα από το απροσδόκητο αποτέλεσμα που εμείς κερδίζαμε σαν βάζαμε πάνω από μια φαρδιά εμπριμέ φούστα της μαμάς το μελιτζανί πουκάμισό της γιαγιάς, δέναμε το τραπεζομάντιλο με τα κρόσσια για σάλι γύρω από τους ώμους και στο κεφάλι την άσπρη μαντίλα που φορούσε η μάνα μας για να ξεσκονίσει κι απάνω της καρφώναμε με παραμάνες πρώιμα τριαντάφυλλα και κρινάκια.
Τότε, δεν σε ρωτούσε κανείς «τι ντύθηκες», γιατί απάντηση δεν υπήρχε. Μπορεί να ήσουνα τσιγγάνα, μπορεί ξεπεσμένη γόησσα. Μπορεί υπηρέτρια μεταμφιεσμένη σε κυρία ή το αντίστροφο. Φτάνει που ήσουν κουδουνάτος κι αυτό είχε τη χάρη.

mesos3b.jpg

 Τη χάρη του να μην ξέρεις τι είσαι κι έτσι αλλοτριωμένος, αγνώριστος κι αχαρακτήριστος να χαίρεσαι λίγες ώρες το αλλαγμένο «εγώ» σου, που τίποτα δεν σου θύμιζε τον παλιό σου εαυτό και την οριοθετημένη σου υπόσταση.
 
Κι εδώ πρέπει να τονίσω πάλι την ευρηματικότητα της φαντασίας της μαμάς, που μας έμαθε πως μια πλαστική φρουτιέρα γίνεται ωραιότατο καπέλο σε τέτοιες περιπτώσεις και πως διάφορα τούλια από μπομπονιέρες κάνουν μια υπέροχη ανθοδέσμη!
Είχε φθάσει κάποτε μάλιστα να ντύσει την εγγονή της αστροναύτη με sanitas foil
!
 
Έτσι έζησε με οδηγό την δημιουργική φαντασία της, αρνούμενη τις εύκολες λύσεις, και κατάφερε σ' όλη της τη ζωή να διατηρήσει μια διαρκή νεότητα, μέσα από την εφευρετικότητα του αεικίνητου και ακάματου μυαλού της, που την βοηθούσε να ζει ενεργά και δραστήρια.
 
Στο σχολείο, τις περιόδους της Αποκριάς, χορεύαμε ασταμάτητα το εποχικό κι επίκαιρο τραγουδάκι που λέει πως: «η πίτα που 'φαγε ο Σπανός, ήταν κολοκυθένια. Και τζουμ παράπαμ και τζουμ παράπαμ ...».

8390582.jpg

Σαν τα κατσίκια, δώσ' του και ξαναδώσ' του, πηδούσαμε γύρω-γύρω ξεκαρδισμένα στα γέλια.
Κι ύστερα, τ' απογέματα, εκεί πάνω στη μεγάλη βεράντα της γιαγιάς μου, έκαμνα την εξάσκηση και την επανάληψη της επανάληψης του χορού και των τραγουδιών, απολαμβάνοντας μια έξαψη από τον υπερβολικό ζήλο που μου ΄κοβε την ανάσα.

19/2/2010

geros1.jpg
Επίκαιρο ήταν και το τραγούδι «ο μπάρμπα Απρίλιος είχε ένα γάλο πολύ μεγάλο, τόοοσο μεγάλο»! Ξελαρυγκιαζόμουνα κι άνοιγα τα χέρια μου προς τον ουρανό για να δείξω το μέγεθος του γάλου.
 «Που τονε τάιζε μέλι και ταχίνι για να τον παχύνει, για να τον παχύνει», συνέχιζα κι άνοιγα πάλι τα χέρια στο πλάι για να φανεί το φάρδος του .
«Ώσπου μια μέρα, δίχως ήλιο, ο γάλος έφαγε τον μπάρμπα Απρίλιο», κατέληγε το συμβολικόν άσμα, του οποίου πάρα πολύ αργότερα κατανόησα την αλληγορία.
Μα τότε, δυστυχώς, αυτή η γνώση μου ήταν άχρηστη πια, αφού με πολύ μέλι και ταχίνι είχα παραταΐσει κι εγώ την γαλοπούλα μου.
 
Ο παππούς μου, νοσταλγώντας τις παλιές αποκριές του καιρού του, μας ανιστορούσε τα μεγάλα γλέντια που έκαμναν στο σπίτι τους, τότε που ακόμη οι πίκρες του άδικου κι οι πρόωροι αποχωρισμοί δεν είχαν τελματώσει κι ανοστίσει τη ζωή του.
 
Μαζεύονταν έλεγε, μεγάλες παρέες την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς και γλεντούσαν συνέχεια κι ως το βράδυ της Καθαρής Δευτέρας, ανακατεύοντας τα κρασιά και τα κρέατα με τα ούζα τα νηστίσιμα και τα σαρακοστιανά.

sdim9321.jpg

 Συνεπαρμένος από τις αφηγήσεις και τις περιγραφές μάς τραγουδούσε και τα σκωπτικά στιχάκια που έδιναν μια σκανταλιάρικη πιπεράτη νότα στην αποκριάτικη φιέστα τους και την έκαμναν να ξεχωρίζει από κάθε άλλη εκδήλωση της ήρεμης και νοικοκυρεμένης ζωής τους.
- «Πώς το τρι, πώς το τρι, πώς το τρίβουν το πιπέρι, πώς το τρίβουν το πιπέρι, του διαβόλου οι καλογέροι. Με το χε, με το χέρι τους το τρίβουν», σιγοντάραμε εμείς και με παντομίμα συνοδεύαμε το τραγούδι και κάμναμε τα θαμπά μάτια του ν' αστράφτουν προς στιγμή και να γυαλίζουν παράξενα.
 
Κι όταν φτάναμε στο «με τον κω, με τον κω, με τον κώλο τους το τρίβουν», κλαίγαμε πια από τα γέλια, μα τα μάτια του παππού μας γι'; άλλο λόγο ήτανε δακρυσμένα.
-«Αχ ...», αναστέναζε και τραβούσε για το χωράφι να ξεμουδιάσει. «Αχ Ερινιώ ... Γιατί ...;Γιατί ...;;»
Απορούσαμε που η διάθεσή του άλλαζε ξαφνικά, μα γρήγορα ξαναπιάναμε να τρίβομε το πιπέρι, με τσιρίγματα και χάχανα.
Άλλωστε, έτσι ήταν ο παππούς μας. Ένας μελαγχολικός, αγράμματος φιλόσοφος, ο οποίος ώρες-ώρες έλεγε κάτι λόγια ακαταλαβίστικα έτσι κι αλλιώς.
 
Έλεγε ας πούμε πως κάποτε ένας οδοιπόρος περπατώντας στην όχθη μιας λίμνης, είδε μέσα σε μια δίνη νερού έναν κακορίζικο ανθρωπάκο που χτυπιόταν καθώς η ρουφήχτρα τον έφερνε γύρω-γύρω και φώναζε «βοήθεια, βοήθεια» απελπισμένα. Γύρισε τότε ο οδοιπόρος και είπε στον μισοπνιγμένο: «για να σωθείς πες «μη χειρότερα».
Μη έχοντας εναλλακτική, ο δυστυχής, φώναξε μ' όλη του τη δύναμη: «μη χειρότερα».
Τότε, ένα τεράστιο κύμα τον πήρε και τον πέταξε πάνω στα βράχια και τον άφησε στον τόπο.
Στο σημείο αυτό κι απότομα τελείωνε κι η ιστορία του παππού κι εγώ απόμενα με πολλά ανεξήγητα «γιατί», που δεν τολμούσα να ζητήσω να μου τα διευκρινίσει, μια κι ήταν άνθρωπος κυκλοθυμικός κι απρόβλεπτος κι ικανός να σιωπά ύστερα, για μέρες, απροσπέλαστος.
 
Ακόμη με τρώνε, να φανταστείς, εκείνα τα «γιατί».
Γιατί ο ατυχής πρωταγωνιστής της ροκ ιστορίας πήγε κι έπεσε μέσα στη δίνη;
Γιατί ο οδοιπόρος είπε μόνο δυο λέξεις σ' αυτόν που πνιγόταν και δεν έκαμε κάτι πιο δραστικό για να τον σώσει;
Γιατί το «μη χειρότερα» ήταν το «ολότελα»;
Μήπως το «ολότελα» είναι το «καλύτερα»;
Μήπως η σωτηρία μοιάζει με απώλεια;
Μήπως η απώλεια του τώρα είναι το κέρδος του αύριο;
Μήπως το απονενοημένο τέλος σ'; ένα αδιέξοδο είναι η αρχή του δρόμου προς τη σωτηρία;
Γιατί ζητούμε βοήθεια από κείνους που ούτε να μας βοηθήσουν μπορούν αλλά ούτε και τον εαυτό τους να σώσουν;
Γιατί «όσα ξέρει ο νοικοκύρης δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος», όπως λέει κι ο λαός; Γιατί παππού έφυγες και δεν μου 'δωσες εξηγήσεις στα «γιατί» μου;
Και γιατί σαν τραγουδούσες με το χέρι στο μάγουλο, εκεί, κάτω από την τσικουδιά καθισμένος τ' απομεσήμερα της Κυριακής, ένα σκοπό σαν αμανέ, με τερετίσματα και «αχ» και «βαχ» κι έλεγες «ένα σκουλήκι ψόφιο, να το σκοτώσω δεν μπορώ, να φύγω δεν μ' αφήνειειει», εγώ σ' άκουγα πάλι απελπιστικά μπερδεμένη από τη γλύκα του σκοπού κι από το ακατανόητο του λόγου;
Γιατί έπρεπε να βρω μόνη μου- ύστερα από τόσο πολλά χρόνια- πως ό,τι έχει βιώσει ο καθένας κι ό,τι τον έχει κάνει να υποφέρει, ποτέ δεν μπορεί να το σκοτώσει και να το ξεφορτωθεί, μα θα το κουβαλεί μαζί του κι όσο ζει κι αναπνέει θα το σέρνει από πίσω του, πιστάγκωνα δεμένος μ' αυτό, τραβώντας για την Ανατολή όσο εκείνο θα τον σέρνει προς τη Δύση; 

8390619.jpg
 
Λοιπόν, χορεύοντας και τραγουδώντας, αποχαιρετούσαμε την Αποκριά το βράδυ της τελευταίας Κυριακής τραγουδώντας «χορέψετε, χορέψετε, παπούτσια μη λυπάστε. Τούτη η γη που την πατούμε, όλοι μέσα θε να μπούμε. Τούτη η γη με τα λουλούδια, τρώει νιους και κοπελούδια».
 
Κι έτσι συμβολικά τραγουδώντας, δείχναμε στο αβέβαιο μέλλον, στον χάρο τον απρόβλεπτο σύντροφο της ζωής, μα και στη Σαρακοστή που θα μας στερούσε τα γλέντια και την ευτυχία τη γαστριμαργική, πως σημασία δεν τους δίναμε, αφού όλα θα τ' αντέχαμε και θα τα ξεπερνούσαμε με χαρά, με τραγούδι και μ' αισιοδοξία για το αύριο, που πάνω στις στροφές του χορού θα το φέρναμε κι αυτό βόλτα.
 
Στο τέλος, μας έδινε η μαμά να φάμε ένα βραστό αβγό και μας έλεγε να πούμε «μ' αβγό το κλείνω και μ' αβγό θα τ' ανοίξω», αφού για σαράντα μέρες θα 'χαμε νηστεία και το φαγοπότι της Ανάστασης θα τ' αρχίζαμε πάλι μ' ένα κόκκινο αβγό.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

 

Της Αγγελικής Συρρή - Στεφανίδου

http://aggeliki-sirri.pblogs.gr/

 

Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2010

Όπου φελά παντού φελά...

http://www.alithia.gr/columnbyid.aspx?columnid=996

 

90535812.jpg

17/2/2010

Όπου φελά παντού φελά ...
(Ελεύθερη μετάφραση του γνωμικού:
 όποιος είναι ωφέλιμος παντού είναι χρήσιμος)
 


Συνέχεια από προηγούμενο φύλλο

Όλα ήθελε να περνούν μόνο από το χέρι της για να ναι σίγουρη για το αποτέλεσμα. Κι επειδή ήταν από τη φύση προικισμένη με ικανότητα, ευλυγισία και δύναμη σχεδόν αντρίκια, τίποτα για κείνη δεν ήταν δύσκολο κι ακατόρθωτο.
 Μέχρι και τη φουντάνα κατέβαινε κι έπλενε! Ως και στα κεραμίδια ανέβαινε και καθάριζε τα κανάλια για τα πρωτοβρόχια!
Θυμούμαι τον μπαμπά μου να γελά περήφανος- λίγα χρόνια πριν ο Θεός κι ο χρόνος μας χωρίσουν- περιγράφοντάς μας ένα γεγονός που θα μπορούσε να είχε γίνει εφιάλτης, αν η μαμά δεν ήταν τόσο αποφασιστική μα και δυνατή για να το αποτρέψει.
Ακούστε το και σεις για να καταλάβετε.

79333963.jpg
Κατέβηκε η κυρά Ξανθή μια μέρα στον κήπο, να πει στον εργάτη πού να σκάψει και τι πρέπει να κάνει. Στη φούρια της απάνω ξέχασε να βάλει στην τσέπη της το κλειδί, με αποτέλεσμα να κλειδωθούν έξω. Το ανακάλυψε πια σαν θυμήθηκε πως είχε αφήσει το φαγητό στη φωτιά!
Η ώρα περνούσε και λύση δεν έβρισκαν, παρά μόνο να τηλεφωνήσουν από τη γειτόνισσα στην πυροσβεστική, όπως έλεγε ο μπαμπάς.
Μα ως να 'ρθει η πυροσβεστική, εκείνη το ξερε πως όχι μόνο το τσουκάλι θ' άρπαζε φωτιά, αλλά και το σπίτι.
Πήρε λοιπόν την κατάσταση στα χέρια της, έβγαλε τις δυο ξύλινες σκάλες από το πλυσταριό, έδεσε τη μια στην άλλη με το σκοινί της μπουγάδας, τις ακούμπησε στον πίσω τοίχο του σπιτιού, ανέβηκε αδίστακτα σ΄ ένα ύψος τουλάχιστον έξι μέτρων, άνοιξε την σίτα στο παράθυρο της κουζίνας και πήδηξε μέσα, λίγο πριν η κατσαρόλα ανατιναχτεί!

88997820.jpg
Και τότε πρέπει να ήταν πάνω από τα εβδομήντα πέντε!
 
Πρέπει βέβαια να διευκρινίσω πως οι ευθύνες και τα καθήκοντά της περιορίζονταν μόνο στις δουλειές του σπιτιού, ενώ για όλα τ' άλλα υπεύθυνος ήταν ο μπαμπάς. Εκείνη δε βγήκε ποτέ να ψωνίσει στην αγορά κι έδινε μόνο παραγγελίες. Όλα τα ψώνια τα φρόντιζε ο καλός μας μπαμπάς. Εκείνος ήξερε από πού θα πάρει τα εφτάζυμα παξιμάδια, ας πούμε, το ανθότυρο τ'; ολόφρεσκο που έλιωνε στο στόμα, τις ελιές και τα τυράκια για να μπουν στο λάδι και την άλμη, τα μανιτάρια και τη σταφίδα, τα σύκα και τα κουκουνάρια, τις πλεξίδες τα σκόρδα και τα κρεμμύδια.

56257858.jpg

 Ήταν φορές δε, που μέσα στο πλυσταριό μας βουναλάκια από πατάτες, καρπούζια και πεπόνια, δεν μας επέτρεπαν να περάσομε. Πήγαινε κι ερχόταν και βαστούσαν και «τα δόντια» του, που λένε.
 
Μπερικέτια τα 'χε στα χέρια της η μαμά μου.
-«Τ' Αβράμ τα καλά της κουβαλεί ...», έλεγε η γιαγιά και σταυροκοπούσε τον γαμπρό της και τον έφτυνε κρυφά και φανερά.
Σαν παιδί της τον λάτρευε και κάτι παραπάνω. Όχι μόνο γιατ' ήτανε κουβαλητής, αλλά γιατί κι εκείνος αγαπούσε την οικογένεια της γυναίκας του σαν τη δικιά του.
 
Ποτέ επίσης δε βγήκε η μαμά να πάει σε Τράπεζα, σε Εφορία, σε ΔΕΗ. Κι αυτά τα 'χε κανονισμένα ο μπαμπάς, μέχρι τα βαθιά του γεράματα.

 

Γυναικεία φιλαρέσκεια ...

82144166.jpg

Εκείνη κατέβαινε στην Απλωταριά μόνο, για να ψωνίσει ρούχα, ψιλικά, τα βιβλία μας κι αργότερα τις προίκες μας, όπως έκαμνε κι η δικιά της μάνα.
 Ιεροτελεστία βέβαια η κάθε της έξοδος.
 
Κοκέτα καθώς ήταν και προσεκτική, δεν έβγαινε ούτε στην πόρτα αν δεν είχε φροντίσει πρώτα να είναι ντυμένη και περιποιημένη, ανάλογα με την ώρα μάλιστα. Πρόσεχε πολύ την εμφάνισή της. Ήταν κομψή γιατί ήταν και λιτοδίαιτη. Ευλαβικά τηρούσε τις νηστείες, τις εορτές και όσα είχε διδαχτεί, σ' όλη της τη ζωή με πραγματική πίστη.
Ήταν παράδειγμα εγκράτειας κι άρνησης στις επιπόλαιες προκλήσεις του συρμού και προσήλωσης στις αρχές, στις παραδόσεις και τη θρησκεία.
Στρατιωτική πειθαρχία επέβαλλε πρώτα στον εαυτό της γι αυτό ήταν αυστηρή και μ' εμάς.
Όταν έβγαινε λοιπόν, προσπαθούσε να είναι η εμφάνισή της κόσμια κι όσο το δυνατόν προσεγμένη.
Προγραμματισμένες ήταν κι οι διαδικασίες που ακολουθούσε στο να ντυθεί και να στολιστεί για να πάει στην αγορά, σε επισκέψεις, στην εκκλησία, ή στον περίπατο.

57520186.jpg
Οι έξοδοί της ήταν σπάνιες, αλλά η όλη ιεροτελεστία κι η επισημότητα της οργάνωσης και της προετοιμασίας της, την ικανοποιούσαν τόσο που χόρταινε θαρρείς κι αργούσε να λαχταρίσει να ξαναβγεί.
 
Σα να βλέπω το πώς τραβούσε ν' ανεβάσει τις μεταξωτές της κάλτσες, χαϊδεύοντας και ξαναχαϊδεύοντας τις γάμπες της μέχρι να τις τεζάρει. Γι αυτή τη δουλειά και για να μην φύγει κανένας πόντος έβαζε πάντα γάντια ώσπου να τις στερεώσει στις καλτσοδέτες λίγο πιο πάνω από το γόνατο. Σε γιορτές και σε γάμους, φορούσε κάλτσες που είχαν κεντημένα λουλούδια και χελιδόνια στη γάμπα. Ξάπλωνα τότε εκεί στο πάτωμα δίπλα της και θαύμαζα τα πουλάκια που λες και πετούσαν καθώς περπατούσε πάνω στα ψηλοτάκουνα λουστρίνια της! 

78376088.jpg
 
Ύστερα, έβαζε τον κορσέ, τον ροζ κορσέ με τα κορδόνια, που τα 'σφιγγε καλά, για να 'ναι η μέση δαχτυλίδι και οι αφράτοι γλουτοί ντούροι και τορνευτοί κι όχι να νταντουλιάζει η σάρκα και να κουνεί κάτω από το φόρεμα σαν τις παρακατιανές.
Από πάνω περνούσε το κρεπ σατέν μεσοφόρι με τη δαντέλα στο κορσάζ και στον ποδόγυρο.
Μετά το ζόρι του κορσέ, άρχιζε η διαδικασία του μακιγιάζ, αφού πια δεν ήταν φόβος να ιδρώσει και να χαλάσει η πούντρα.
 Σαν να το βλέπω το κασελάκι με το ξυλόγλυπτο καπάκι και τους καθρέφτες στο εσωτερικό του, που ήταν γεμάτο με τα κουτάκια και τα μπουκαλάκια Tokalon
κι όλα της τα καλλυντικά.
-«Μελαχρινό μου πρόσωπο, σαν βάζεις κοκκινάδι, αποθαμένοι και νεκροί, σηκώνοντ' απ' τον Άδη», της έλεγε η μάνα της και την καμάρωνε.

79755018.jpg

 Στο τέλος, τόνιζε με το μαύρο μολύβι την ελιά που είχε δίπλα στο φρύδι και ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη, χαμογελούσε αυτάρεσκα, ευχαριστημένη από το αποτέλεσμα. Τότε στα μάγουλά της σχηματίζονταν εκείνα τα γλυκά λακκάκια που μαζί με τ'; άλλο του σαγονιού, συμπλήρωναν την ομορφάδα της.
 
Γιατί ο λαός λέει: «της όμορφης το μάγουλο, όταν γελά λακκώνει, μα και της ομορφότερης, λακκώνει το σαγόνι. Εσύ που τα 'χεις και τα δυο, όλους μας βαλαντώνεις».
Για να ολo
κληρώσει το ντύσιμό της, σκέπαζε το κεφάλι της και το πρόσωπό της μ' ένα αραχνοΰφαντο μαντήλι και μετά περνούσε το φόρεμά της από πάνω, έτσι ώστε ούτε τα μαλλιά τα φουσκωτά να χαλάσουν, ούτε η πούδρα να λερώσει το φόρεμα.
Κι επί τέλους ήταν έτοιμη!
 
Η αλήθεια είναι πως πάντα την περιμέναμε να τελειώσει τη διαδικασία του «εξοπλισμού».
 
Καθόμασταν τα κορίτσια μέσα στο αυτοκίνητο, με τα παπουτσάκια τα γυαλισμένα, τα ταφταδένια μας φουστανάκια και τους φιόγκους μας κολλαριστούς, όλο χαρά και αδημονία για την έξοδο. Ο αδελφός μας έτρεχε πάνω-κάτω, κάνοντας μπρρρρ μπρρρρ το αυτοκινητάκι ή καθόταν μπροστά στο τιμόνι παριστάνοντας τον οδηγό. Κι ο μπαμπάς μας ξεσκόνιζε το καλογιαλισμένο παρμπρίζ με το φτερό ξανά και ξανά, μην έχοντας πουθενά αλλού να ξεσπάσει την χιλιοδοκιμασμένη υπομονή του.
 
Ποτέ όμως δεν έκανε σκηνές και παρατηρήσεις, γιατί το αποτέλεσμα της τόσης καρτερίας ήταν που τον αποζημίωνε.
Και να ... άνοιγε επιτέλους η πόρτα κι άρχιζε η μαμά μας να κατεβαίνει σαν φρεγάτα οπλισμένη!
 
Τότε κάναμε όλοι μαζί ένα «ααααα ...» και την καμαρώναμε έτσι που από την κορυφή ως τα νύχια που λένε, ήτανε του φιγουρινιού!
Περπατούσε πάντα στητή, με μπούστο τονισμένο, με κορμοστασιά νταρντάνας και ύφος που έδειχνε την επίγνωση που είχε της καλλονής της.
Μα κι ό,τι φορούσε, έπαιρνε αξία πάνω της κι έδειχνε καλύτερο και τελειότερο επειδή το ';χε διαλέξει και μόνο!
 
Τα ρούχα της ήταν πάντα εξαντρίκ και μοδάτα. Μέχρι το τέλος της δεν δίσταζε να φορέσει έντονα χρώματα και σχέδια που τόνιζαν τη γυναικεία της φιλαρέσκεια. Τότε μάλιστα, που τα υφάσματα ήταν εκλεκτά και τα ρούχα καλοραμμένα, έβγαινε και κατηφόριζε προς τη Χώρα και σ' όλες τις γειτονιές οι γυναίκες, καθισμένες στα μπαλκόνια και στα σκαλοπάτια, ψιθύριζαν ξωπίσω της με θαυμασμό.

95691781.jpg

 Χρωματιστά παρασόλια, καστορένια γάντια, γούνινοι γιακάδες, και μπιζού, συμπλήρωναν το ντύσιμό της με μεγάλη επιτυχία.
Μα κακά τα ψέματα, το γέλιο της, ο καλός της λόγος, η θαρρετή της προσέγγιση κι η συμπεριφορά της ήταν που θαύμαζαν περισσότερο όλοι, γι αυτό και το κατηφόρισμα της στην αγορά ταξίδι με πολλούς σταθμούς καταντούσε.
 
Να πούμε «καλημέρα» κι εδώ, να σταθούμε για το «τι κάνεις» παρακάτω, να μας πιάσει την κουβέντα κι η Ευτυχία, να μας σταματήσει κι η Ευδοκία, να μας φωνάξει κι η Ντοντό κι ώσπου να φτάσομε στην Απλωταριά, τα μαγαζιά κοντεύανε να κλείσουν!
 
Μα τότε όλα είχαν ρυθμούς αργούς και ράθυμους κι η κάθε λεπτομέρεια έδινε σημασία στο αποτέλεσμα.
Γιατί το άγχος δεν υπήρχε στη ζωή μας κι ήταν το stress μια λέξη ξενόφερτη, που έφθασε στην ορολογία της καθημερινότητάς μας μαζί με το πρόχειρο φαγητό των fast food και το έτοιμο ρούχο του pret a porte
, περνώντας τον Ατλαντικό μαζί με τα ποστάλια του Χανδρή που έφερναν τ' αμερικανάκια της δεύτερης γενιάς να κάμουν διακοπές στην πατρίδα των παππούδων τους.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

 

Της Αγγελικής Συρρή - Στεφανίδου

http://aggeliki-sirri.pblogs.gr/


 

 

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2010

Άγια χέρια, άγια έργα...

http://www.alithia.gr/columnbyid.aspx?columnid=976

86519213.jpg

10/2/2010

Συνέχεια από προηγούμενο φύλλο

Ακούραστη και υπερδραστήρια ήταν κι έτσι έπρεπε να είμαστε κι εμείς.
Δεν τη θυμάμαι ποτέ ν' αποφεύγει κόπο και να σπαταλά άσκοπα χρόνο.
 Κι επειδή οι δουλειές της ποτέ δεν είχαν τέλος, έπρεπε να τις βάζει σε πρόγραμμα και σειρά για να τις προλαβαίνει.
 
Είχε λοιπόν τη μέρα της μπουγάδας, που έβαζε «ευλογητός» πρωί-πρωί και το «δι' ευχών» το 'λεγε το βράδυ, παρόλο που κι η άμια Καλή τη βοηθούσε πάντα.

 95589599.jpg
Μεγάλη δουλειά η μπουγάδα εκείνα τα χρόνια, όπως έχω ξαναπεί.
Έπρεπε τα ρούχα -φαντάσου πόσα ρούχα από τρία παιδιά, δυο ενήλικες κι ένα μεγάλο σπίτι - να ξεχωριστούν και να μπουν στις σκάφες να μουλιάσουν με ζεστό νερό αποβραδίς.
Έπλεναν στην αρχή τα άσπρα που τα σαπούνιζαν καλά-καλά κι ύστερα τα στοίβαζαν μέσα σε κοφίνια και τους έριχναν από πάνω «αλουσιά», δηλαδή το σταχτόνερο σουρωμένο μέσα από τουλπάνι, για ν' ασπρίσουν.
Στη συνέχεια, τα ξέβγαζαν και τα λουλάκιαζαν.
 
Τρελαινόμουν να βουτώ τα χέρια μου στο λουλακί νερό, να τα βλέπω να βάφονται μπλε και να κάνω χάζι.
 
Αργότερα, όσο μεγάλωνα, μόλις γύριζα από το σχολείο, με περίμενε κι η δική μου σκάφη κι έμαθα μια χαρά να πλένω τα εσώρουχά μας, τα μαντήλια μας και τα πετσετάκια της κουζίνας, γιατί τότε δεν είχαμε βλέπεις χαρτομάντιλα και χαρτοπετσέτες μιας χρήσης.
 Ύστερα γέμιζαν τα σχοινιά μυρωδάτα, κάτασπρα σεντόνια, που ανέμιζαν φλατς-φλουτς στο αεράκι.

 91093514.jpg
Αν ήταν καλοκαίρι, όλα καλά. Πριν πεις «αμήν» τα μαζεύαμε στεγνά και γεμίζαμε τα πανέρια μοσχοβολιά κι ασπράδα. Μα το χειμώνα ... Εκεί να δεις μαρτύριο. Πώς να στεγνώσουν με το κρύο και την υγρασία; Κι αν τύχαινε κι έπιανε και καμιά βροχή όσο τα είχαμε απλωμένα ... Πανικός! Τρέχαμε σαν τρελές κι αρπάζαμε τα μισοβρεγμένα και τα φέρναμε και τ'; απλώναμε στις καρέκλες για ν' αποστεγνώσουν.
Ήταν φορές, που γύριζε ο μπαμπάς το βράδυ κι έφερνε κι εκείνος όσο υπόλοιπα είχαν μείνει στα σχοινιά, γιατί «νύχτα δεν κάνει ν' αφήνει κανείς έξω ρούχα» έλεγε η γιαγιά, «είναι γρουσουζιά».
 
Η άλλη μέρα ήταν μέρα σιδερώματος.

92569888.jpg
- «Αχ ... Έχω σίδερο ...» έλεγε η μαμά κι αναστέναζε.
Θα μου πεις ποια νοικοκυρά δεν αναστενάζει σαν σιδερώνει;
Με τα βαριά τα αχ και τα βαχ είναι που καλοσιδερώνεται το ρούχο.
Η μαμά μου όμως άρχιζε από το «ράντισμα». Τα βρεχε λίγο, τα ράντιζε τα κοκαλωμένα ρούχα, βουτώντας τα δάχτυλά της στο νερό να γίνουν «ίμουδα» για να σιδερώνονται πιο εύκολα.
- «Μη δεις ρούχο σιδερωμένο από τα χέρια της! Θα λες ... πορπατεί;» Καμάρωνε πάλι η γιαγιά μου την πρώτη της θυγατέρα.
 
Ώρες των ωρών σιδέρωνε όρθια, σεντόνια, πουκάμισα, πετσέτες, παντελόνια, ακόμα και τις καμπαρτίνες του μπαμπά μου, εκείνη τις σιδέρωνε!
Άξιες γυναίκες και ακούραστες. Τι να πεις;
 
Στοίβες τα σιδερωμένα πάνω στο τραπέζι της τραπεζαρίας, περίμεναν την άλλη μέρα να μπουν στα συρτάρια και να κρεμαστούν στις ντουλάπες, γιατί δεν κάνει ζεστά τα ρούχα να κρυφτούν.
 
Τότε ξεδιάλεγε κι όσα έπρεπε να μπούνε στο συρτάρι που είχε τα σύνεργα της ραπτικής, για να μανταριστούν και να επισκευαστούν στη συνέχεια.
 
Γιατί τα ρούχα δεν τα πετούσαν κάθε σεζόν όπως σήμερα που το επόμενο εξάμηνο τα βλέπομε και λέμε πως είναι ντεμοντέ.

 53272600.jpg
Πρώτα-πρώτα μαντάριζε τις κάλτσες μας με τόσο άψογες και τακτικές βελονιές που δεν ξεχώριζε το μαντάρισμα από το ύφασμα.
 
Αν τύχαινε η τρύπα στη φτέρνα ή στα δάχτυλα να χάσκει και να'; ναι ασυμμάζευτη, τότε τα «μετάφτιαζε». Δηλαδή, έκοβε ύφασμα παρόμοιου χρώματος από άλλη άχρηστη κάλτσα και το έραβε γύρω -γύρω με πολύ όμορφες βελονιές.
Σχεδόν καινούργια την έκαμνε.
Άλλοτε άλλαζε στα πουκάμισα του μπαμπά τους τριμμένους γιακάδες και τις μανσέτες, γιατί τα πουκάμισα τότε τα πουλούσανε και μ' ανταλλακτικά!
Τα «μεταγύριζε» λοιπόν και τα γάζωνε στη Σίγγερ τη ραπτομηχανή του χεριού, που έκαμνε ένα χλατς-χλατς-χλατς ρυθμικό καθώς τη γύριζε.

 78711019.jpg
 
Κι έτσι εύκολα ρούχο δεν πετούσαμε.
 
Άσε που μόνη έραβε τις «μπροστέλες» μας τις τσίτινες και τις στόλιζε με βολάν και τσεπούλες σε σχήμα καρδιάς.
Αχ ...Και μόνο γι' αυτές τις ατέλειωτες βελονιές που 'χε βάλει η μανούλα μου με τόση αγάπη και προσοχή για το χατίρι μας, έπρεπε να της φιλούμε τα χέρια καθημερινά όσο την είχαμε κοντά μας.
 
Ζηλεύω τα πόσα πράγματα ήξεραν να δημιουργούν εκείνες οι γυναίκες, χωρίς να κοκορεύονται πως κάτι κάμνουν.
Δούλευαν από τα ξημερώματα μέχρι τη νύχτα με το φως της λάμπας και τα χεράκια τους τα ευλογημένα δε σταματούσαν.

81773058.jpg

12/2/2010

 Αφού συγύριζε και μαντάριζε τα καθαρά ρούχα, έπιανε μετά τα ξεσηκώματα και τα ξεσκονίσματα του σπιτιού.
 
Πριν αρχίσει αυτές τις δουλειές, έβαζε απάνω στα πλούσια κορακάτα μαλλιά της, τα σκαλωτά και πάντα καλοχτενισμένα, ένα λεπτό άσπρο τουλπάνι , το φακιόλι, για να μην καθίζει απάνω τους η σκόνη.
Τίναζε πρώτα τα στρωσίδια και τις κουρελούδες, ύστερα έβγαζε τα σεντόνια, τα μαξιλάρια και τα παπλώματα στον ήλιο κι ακόμα και τα μπαμπακένια τα στρώματα τύλιγε, τα σήκωνε στην αγκαλιά και τ' αράδιαζε ν' αεριστούν στο μπαλκόνι. Μετά τα κτυπούσε μ' ένα πλατύ ξύλο δυνατά για να πάρει το μπαμπάκι αγέρα, να φουσκώσει, να λαφρύνει και ν' αφρατέψει τόσο, ώστε το βράδυ να τρυπώνει κανείς στα στρωσίδια τα μοσχομυριστά και να θαρρεί πως τον αγκαλιάζει ο ήλιος!
 
Τίποτα δεν έμενε ασκούπιστο κι αξεσκόνιστο μέσα στο σπίτι. Πανιά, φτερά, βούρτσες, σκούπες και σφουγγαρόπανα, επιστρατεύονταν κι ακολουθούσε άγριος πόλεμος κατά της σκόνης.
 
Στη συνέχεια έπρεπε να πλυθούν τα τζάμια, οι σκάλες, οι αυλές, ακόμα και ο δρόμος έξω από το τοιχογύρι μας έπρεπε να 'ναι καθαρός και σκουπισμένος. 

92532256.jpg
 
Κι άλλοτε, ήταν η μέρα του κήπου και των λουλουδιών. Να ποτίσει, να κλαδέψει, να ξεχορταριάσει, να φυτέψει, να βάλει κοπριά, για να 'ναι το χωραφάκι μας, η αυλή, οι αλτάνες, οι γλάστρες κι ο κιοσές μας γεμάτα θεόρατα φυτά, κάκτους και περικοκλάδες και να σκύβεις για να περάσεις, σαν στη ζούγκλα!
 
Το χέρι της, ευλογημένο! Ξερό κλαδί φύτευε και φούντωνε και θέριευε!
Ήταν τα λουλούδια της τροφαντά και φουντωμένα σαν τα παιδιά της γιατί αγάπη αληθινή, φροντίδες παραπανίσιες και κόπο πολύ τους αφιέρωνε.
 
Και μην πείτε, πως κάνοντας όλες αυτές τις δουλειές, παραμελούσε τη διαδικασία ― ας πω καλύτερα την ιεροτελεστία ― του μαγειρέματος.
 
Το πρώτο και το καθημερινό της έργο ήταν το πλούσιο και καλοφτιαγμένο φαγητό, που χόρταινε τα λιονταράκια της σαν γύριζαν απ'; το σχολείο και το παιχνίδι πεινασμένα κι έδινε μεγάλη ικανοποίηση στον άντρα της, ο οποίος ήξερε να το τιμά ζητώντας πάντα δεύτερη μερίδα!
 
Τι να πρωτοθυμηθώ;
T
α κοκκινιστά πετεινάρια τα περεχυμένα με βούτυρο κι από δίπλα το πιλαφάκι το τσιγαρισμένο;

800px-Gemista.jpg
Τις γεμιστές ντομάτες και τις μελιτζάνες το καλοκαίρι και τους λαχανοντολμάδες με τις σταφίδες και τα κουκουνάρια το χειμώνα;
 
Τα ψάρια τα πλακί και τους λαγούς στιφάδο;
Τα μπαρμπουνάκια που μας περίμεναν στη σχάρα πάνω στη φουφού για να τα φάμε της ώρας ή τις συκωταριές τις ψητές με λεμονάκι σβησμένες ν' αχνίζουν;
Τις σουπιές με το σπανάκι, τα καλαμάρια τα γεμιστά, τις φασολάδες με μπόλικο σέλινο και καρότο, τα γιαλαντζί γιαπράκια με την κίτρινη ξινή σάλτσα, τις σκορδαλιές, τις ταραμοσαλάτες ή τα χοντρά μακαρόνια με το ρόστο τα γκρατιναρισμένα με παχύ κεφαλοτύρι;
 
Ώρες μπρος στο τζάκι και τις γκαζιέρες για το τέλειο αποτέλεσμα κι ύστερα κι άλλες τόσες ώρες μπρος στο νεροχύτη, για να πλύνει, να ξεθερμίσει που λέμε στη Χίο, τις λογιών κουτάλες, τρίφτες, στίφτες, γουδιά, λεκάνες, λεκανίτσες, πιάτα, πιατάκια και μαχαιροπήρουνα, όσα είχαν λάβει ενεργό μέρος στο καθημερινό γαστριμαργικό ντέρμπι.
 
Να σας πω και για τα γλυκίσματα; Από πού ν' αρχίσω; Από τους λουκουμάδες της μαγιάς, με την τρύπα στη μέση, ή τις άλλες με το γιαούρτι και το πορτοκάλι που τις τηγάνιζε τα κυριακάτικα πρωινά του χειμώνα, έριχνε μπόλικο μελάκι και κανέλα από πάνω κι ο μπαμπάς μας έδινε και μια γουλιά κονιακάκι να πιούμε μαζί για να ζεσταθούμε; 

samali.jpg
 
Να πω για τους χαλβάδες, που χρυσοκίτρινοι φούσκωναν στα ταψιά, τους μπακλαβάδες με τα βουτυρωμένα φύλλα και τα ψιλοκοπανισμένα αμύγδαλα που μύριζαν μοσχοκάρφι ή για τα αφράτα κανταΐφια με το φρέσκο βούτυρο που κολυμπούσαν στο σιρόπι τους;
 
Ν' αραδιάσω τα γλυκά του κουταλιού, που με περίσσια τέχνη και ξεχωριστή τεχνική κατά περίπτωση, τα 'φτιαχνε ανάλογα με την εποχή;

 

 84634425.jpg

Το συκαλάκι -τον ερινό- που έπρεπε να το καθαρίσει με ιδιαίτερη προσοχή,γιατί το γάλα του της πλήγωνε το δέρμα κι ύστερα να το ρίξει στον ασβέστη για να σφίξει;
Το νεραντζάκι το πράσινο, που το βραζε, αφού πρώτα το ξεπίκριζε για μέρες μέσα σε νερό;
Το βύσσινο, που όσο προσπαθούσε να του βγάλει με μια φουρκέτα τα κουκούτσια, τρέχανε απάνω στα άσπρα της μπράτσα και μέχρι τους αγκώνες της τα κατακόκκινα ζουμιά του;
Το περγαμόντο και το νεράντζι το τυλιχτό τα οποία έπρεπε πρώτα να τα ξύσει στον τρίφτη κι ύστερα να τα τυλίξει μασούρια, να τα περάσει με τη βελόνα σε καπλαντοκλωστή κι αρμαθιασμένα πια να τα βάλει να βράσουν στο σιρόπι;
 
Το αμύγδαλο, το μηλαράκι, το κυδώνι, το σταφύλι κι άλλα για τα οποία έχω ξαναμιλήσει;
Μα πόσα πια να θυμηθώ απ' όσα ασταμάτητα κι ακούραστα περνούσαν από τα χέρια της;

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

 Της Αγγελικής Συρρή - Στεφανίδου

http://aggeliki-sirri.pblogs.gr/

 

Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2010

Περί αυτοδιάθεσης και ελευθερίας...

http://www.alithia.gr/columnbyid.aspx?columnid=958

86535352.jpg

5/2/201

Η γιορτή της μητέρας ...

Όταν όμως, αυτό το πλάσμα που ο Θεός είπε και το 'φτιαξε «καθ' ομοίωσιν» του συντρόφου του και του 'δωσε την ίδια δύναμη να πλάθει, να δημιουργεί και να γεννά ζωή, βλέπει πως για το έργο του κανείς χάρη δεν του χρωστά και κανένας δεν του εξασφαλίζει συνθήκες τέτοιες ώστε βοήθεια και στήριγμα να βρει ν' ακουμπήσει και σιγουριά να νιώσει για το παρόν και το μέλλον του, αυτό το πλάσμα, που τα δημιουργήματά του με απονιά και μοχθηρία τα χρησιμοποιούν, τα καταναλώνουν και τα θυσιάζουν σε συνεχείς πολέμους συμφερόντων σαν πυρομαχικά και στον βωμό της επιστήμης και της τεχνολογίας πειραματόζωα και ανταλλακτικά τα κάμνουν, αυτό το πλάσμα που κατόρθωσε, μέσ' από αιώνες καταφρόνιας, κατάντιας και κατατρεγμού κάποια στιγμή να βρει διέξοδο κι απ' το βαθύ μπουντρούμι να ξεφύγει, όρμησε με τρελή λαχτάρα κι άσκεφτα τη λευτεριά να κατακτήσει κι από της μοίρας την άδικη την καταδίκη να δραπετεύσει.

 82144199.jpg

Γι αυτό κι ούτε λογάριασε τι εκεί έξω το προσμένει κι ούτε προετοιμάστηκε για να μπορέσει μέσα στη νέα τάξη να επιβιώσει.
Κι έκαμε σφάλματα απανωτά. Σφάλματα πολλά.
 
Πρώτο, το ότι μες στη χαρά της χαμπάρι δεν πήρε πως τα «παραθυράκια» που ύστερα από μάταιες κι ανέλπιδες διαμαρτυρίες αιώνων άνοιξαν ξαφνικά για να πετάξει, ήταν παγίδες κι όχι, όπως νόμισε, διέξοδοι προς την ελευθερία.
Βέβαια, ήτανε παραθύρια φωτεινά και διάπλατα που τη θάμπωσαν. Έντονα, εκτυφλωτικά, σκληρά φώτα «νέον» τα φώτιζαν κι επιγραφές που αναβόσβηναν σαν κράχτες.
 
Στο ένα έγραφε «φεμινισμός». Στο άλλο «ισότητα».
Μεγάφωνα βροντερά, να βγει την προκαλούσαν κι έλεγαν πως στην ανεξαρτησία, στην αυτοδιάθεση και προς την αξιοκρατία θα την οδηγήσουν.
 
Εκείνη, τυφλωμένη από τη σκοτεινιά και ξαφνιασμένη απ'; την απρόσμενη ευκαιρία, όρμησε προς το φως κι αποστραβώθηκε, η κακομοίρα.
 
Τόσο μεγάλη ήταν η χαρά της, ώστε, αντί αργά κι ένα-ένα ν' αρχίσει να λασκάρει τα δεσμά ως να τα χαλαρώσει, βάλθηκε άγαρμπα να δέρνεται και να χτυπιέται, προσπαθώντας γρήγορα να λυθεί κι έτσι -χωρίς καν να το καταλάβει - και το κεφάλι της ακόμη μέσα στο βρόχο πέρασε.
 
Να την τώρα, χειροπόδαρα δεμένη, στο δήμιο είναι παραδομένη άνευ όρων, δίπλα στο άλλο πλάσμα, που «άντρας» ονομάζεται και στην άλλη, τη διπλανή θηλιά κρέμεται κι εκείνος.
 
Ισότιμοι λοιπόν κι αξιοκρατικά ταξινομημένοι, δίπλα-δίπλα, δέσμιοι βρίσκονται της εφορίας, των ασφαλιστικών ταμείων, των μέσων μαζικής μεταφοράς, της κάρτας της πιστωτικής τους, του κινητού τηλεφώνου κι όσων διάλεξαν - με ελευθερία περισσή, αλήθεια - για να τους καταδυναστεύουν.
Ανήμποροι αφήνονται κι από κοινού επίσης, όλες τους τις κινήσεις να τους σχεδιάζουν τα κομπιούτερ και σ' εταιρείες στατιστικής και σφυγμομετρήσεων την εμπιστοσύνη τους ακουμπούν.
Διαθέτουν το μυαλό τους μόνο στις εντολές, στα συνθήματα και στις ειδήσεις, όσα τα κανάλια κι όλα τα λαϊκά έντυπα τούς σερβίρουν σε πακέτα, όπως τα χημικά εκείνα μεταλλαγμένα σκουπίδια που τους πασάρουν στα ταχυφαγεία της μόδας, όπου, αραδιασμένοι σε ουρές, προσμένουν να χορτάσουν τα στόματα που ξέχασαν να ξεχωρίζουν τη γεύση επειδή τα πνεύματα το δρόμο για την ουσία και την αξία έχασαν.
200497819-001.jpg
Μα ας γυρίσουμε στη γυναικεία χειραφέτηση κι ας δούμε το δεύτερο σφάλμα της ασυλλόγιστα απελευθερωμένης γυναίκας.

 
Δυστυχώς, εκείνο το ακαταλαβίστικο φιρμάνι που της κούνησαν μπρος στα μισανοιγμένα της τα μάτια, δεν το κατάλαβε, η αμόρφωτη, πως απ' ανάποδα της το 'δωσαν να το διαβάσει.
 
Κι έτσι, αντίστροφα το αποστήθισε παπαγαλία κι έπιασε από το τέλος να μαθαίνει τη «διακήρυξη της ανεξαρτησίας».
 
Διάβασε λοιπόν πως λευτεριά θα πει, να κάνεις ό,τι βλέπεις και να μιμείσαι ελεύθερα τα όσο κάνει ο απέναντί σου, χωρίς να κάτσεις να σκεφτείς αν σου ταιριάζουν κι αν αυτός που σου τα δείχνει είναι πραγματικά «ελεύθερος» και ξέρει τελικά τι κάνει;
 
Και για πες, ποιόν βρήκε να μιμηθεί και να ξεπατικώσει;
 
Μα τον απέναντί της.
Και ποιος είν' εκείνος ο απέναντί που έχει καμάρι, είδωλο, πρότυπο και μπροστάρη της;
 
Φυσικά τον πατέρα της, τον άντρα της, το γιο της.
 
Αυτό το εκλεκτό πλάσμα, που αιώνια άκουγε να εξυμνούν, να το καμαρώνουν και να το παραδέχονται χωρίς καμιά αμφιβολία.
 
Έπιασε το λοιπόν, με προσοχή, πιστά να το αντιγράφει κι από τις καθημερινές συνήθειές του ξεκίνησε. Αυτές που δικαιώματα του τις μέτραγε και αποκλειστικά δικά του προνόμια τις θεωρούσε, αφού ήταν σ' εκείνην απαγορευμένες, ενώ μέσα απ' αυτές την καταπίεζε, την εξουσίαζε και την χρησιμοποιούσε.

84170708.jpg

 Μάνι-μάνι ξεκίνησε με το κάπνισμα, με το πιοτό, τις ατέλειωτες νεκρές ώρες στις καφετέριες, στα μπαράκια και τις λέσχες, τα άγαρμπα φερσίματα, τα ξεπορτίσματα και τα ατέλειωτα, τα άσκοπα ξενύχτια.
Συνήθειες που καμία ελευθερία δεν της χάρισαν βέβαια κι ούτε καταξίωση, αντίθετα την ασχήμυναν, τη σκλήρυναν, σκότωσαν την ευαισθησία του φύλου της και ρόλους που δεν της ταιριάζουν την ανάγκασαν να παίξει.
 
Άρχισε μάλιστα και τα όπλα να χειρίζεται και τη ζωή που αυτή γεννά να εξοντώνει, στο όνομα και πάλι της ελευθερίας.
 
Μπήκε στου κέρδους το υλιστικό παιχνίδι κι αυτή η θεία δωρήτρια του πνεύματος κατάντησε μ' ανταλλάγματα να τοκίζει και την αγάπη.
 
Φυσικά ισοπεδώθηκε, εξομοιώθηκε και ...αλλοτριώθηκε.
 
Τώρα, δούλα δυο αφεντάδων -από τη μια του ρόλου που της έταξε η φύση κι από την άλλη της νέας της εικόνας - παραπατεί χωρίς ταυτότητα ανάμεσα στο τώρα και στο πριν, διαλέγοντας μια ερμαφρόδιτη ύπαρξη που καθημερινά και σταθερά την εξαντλεί και την αφανίζει. 
 

89987475.jpg

 9/2/2010

 Το τρίτο της το σφάλμα και το πιο μοιραίο;
Το ότι απαρνήθηκε του φύλου της τη μοναδική δυνατότητα, αλλά κι εκείνη την κρυμμένη, τη μυστηριακή πηγή έλξης που πολέμους όπλισε, έργα πνοής ενέπνευσε και κινητήρια δύναμη είναι στο συναρπαστικό ερωτικό παιχνίδι, αυτήν που την ισορροπία κρατά στη σχέση της με το αρσενικό, το ορμητικό, το βίαιο, το κατακτητικό, ώστε ικέτη κι υποτακτικό της να τον κάνει.
 
Έτσι, απερίσκεπτα, από το βάθρο της μοναδικότητάς της, μόνη της κατέβηκε. Παράδωσε το σκήπτρο της βασιλικής της ανωτερότητας για να χαρεί του πλήθους την ισοπεδωμένη ελευθερία. Πέταξε τ' απανωτά τα πέπλα της εγκράτειας, που το κρυμμένο της μυστήριο τόνιζαν και δέος και λαχτάρα προκαλούσαν, για να χαρεί φανερά του οργασμού την απόλαυση κι έτσι ολόγυμνη και χωρίς όρους ―εύκολη λεία― στα χέρια των «υπηκόων - δεσμοφυλάκων» της παραδόθηκε. Σ' αυτά τα χέρια, που αιώνες αιώνων, σηκωμένα παρακλητικά, δόξαζαν κι εκλιπαρούσαν συγχρόνως τη δύναμη που τους κρατούσε σκλάβους στη σκλαβιά της. 

95012055.jpg
 
Τώρα πια, αυτοί οι πρώην κυνηγοί, οι πρώην πορθητές, αυτοί οι πρώην αφεντάδες που σ'; όλα το πάνω χέρι είχαν, την προσπερνούν αδιάφοροι και παραχορτασμένοι, αφήνοντάς την σκλάβα και φυλακισμένη σε πάθη παραγκωνισμένα κι από απόσταση ασφαλείας την παρακολουθούν διαβήματα να κάνει και διπλωματικά παιχνίδια κι έτσι την οδηγούν ―εκδίκηση κι αυτή― μόνη της να σκλαβώνεται στην προσπάθεια να σκλαβώσει.
Μ' αυτόν τον τρόπο την αναγκάζουν και την πρωτοβουλία της πρόκλησης να πάρει, αφαιρώντας της κι αυτή ακόμη τη δικαιολογία να πει πως παρασύρθηκε ή πώς να υποκύψει την ανάγκασαν, με αποτέλεσμα, μόνη της τώρα πια να σηκώνει των αποφάσεών της τις συνέπειες, φυλακισμένη στη μοναξιά της λευτεριάς της και καταπιεσμένη απ' την αυτοδιάθεσή της.
 
Διότι, οι γυναίκες που την αυτοδιάθεση και την ελευθερία τους, ανέκαθεν, τη θεωρούσαν δεδομένη, όσους επιχείρησαν να την αμφισβητήσουν, στη θέση τους τους έβαζαν με τόλμη. Κι αυτές που με επίγνωση ξεκίνησαν να κατακτήσουν δικαιώματα και σωστά τη λευτεριά τους ν' αποκτήσουν, την ίδια τους τη ζωή εξέθεσαν σ' επάλξεις αγώνων, ιδέες και κινήματα υπερασπίστηκαν κι απέδειξαν και τεκμηρίωσαν των απαιτήσεών τους την ορθότητα με θάρρος.

82548793.jpg

 Αυτές, σαν Καλλιπάτηρες και σαν Ηλέκτρες, σαν Αμαζόνες και σαν Σπαρτιάτισσες, τις συναντούμε, είτε στου Ζαλόγγου τα φαράγγια να γκρεμίζονται - λεύτερες - ή στης Πίνδου τις χιονισμένες τις κορφές να σκαρφαλώνουν, πολεμοφόδια φορτωμένες, με τον δικό τους τρόπο προασπίζοντας τη λευτεριά τους.
 
Κι άλλες, εκείνες τις απλές, ανώνυμες κι αμνημόνευτες μάνες, γυναίκες, θυγατέρες, που ανέθρεψαν μόνες τους γενιές και στήριξαν στις τρυφερές τους πλάτες, πατρίδα, θρησκεία κι οικογένεια, γυναίκες ναυτικών, μεταναστών, ηρωίδες γυναίκες ξεριζωμένες και κατατρεγμένες, που μες στην προσφυγιά και τους πολέμους άντεξαν και νέες ρίζες έριξαν κι έθρεψαν της ράτσας τους το αύριο.
 
Αυτές κι όσες τα βήματά τους ακολουθούν χωρίς φανφάρες, τυμπανοκρουσίες και χειροκροτήματα επιδεικτικά, αιώνια στη λευτεριά τους θα πιστεύουν και τη λευτεριά τους θα υπηρετούν, πιστές θεραπαινίδες υψηλών ιδανικών και στόχων, μοναδικές, υπέροχες και χιλιοτραγουδισμένες που τον πλανήτη θα στολίζουν με την ύπαρξή τους.
84719970.jpg
Όταν λοιπόν τότε, στη γιορτή της μητέρας που τιμούσαμε την Παναγιά και τη μάνα μας, τραγουδούσαμε: «Μάνα δε βρίσκεται λέξη καμία /να 'χει στον ήχο της τόση αρμονία», αυτή την αρμονία εννοούσαμε.
 Την αρμονία, που η σωστή θέση των πραγμάτων και των πλασμάτων φέρνει μέσα σ'; αυτό το ασύλληπτο σύμπαν κι έτσι η ζωή συνεχίζεται βασισμένη σε ισορροπίες, σοφά τοποθετημένη, ζυγισμένη κι οριοθετημένη.


Μάνα,
πηγή είσαι αστείρευτη αγάπης και θυσίας,
το στήριγμα είσαι κι η χαρά κάθε οικογενείας.
 Ξανθής Σ. Συρρή
(απόσπασμα από το ποίημα
 
της «Μάνα» του 1974) 

22703-baby.gif

 Μια τέτοια γυναίκα-μάνα, με τις αμέτρητες εκλεκτές ιδιότητες, τα απαράμιλλα προτερήματα και την ουσιαστική σημασία που έχουν αυτές οι δύο λέξεις, μια τέτοια ολοκληρωμένη γυναίκα-μάνα ήταν κι η μητέρα μου.
 
Γυναίκα όμορφη, προικισμένη από τη φύση με έντονη και αξιοπρόσεχτη παρουσία, την οποία μάλιστα, μ' όλη τη φιλαρέσκεια που δικαιωματικά εξασκεί το θηλυκό, την καλλιεργούσε, την πρόβαλλε και την παρουσίαζε πιο θελκτική προσέχοντας και τις πιο μικρές λεπτομέρειες στους τρόπους της, στον καλλωπισμό της, αλλά και στην καλλιέργεια του πνεύματός της και στις επιλογές της τις εκλεκτικές, έτσι ώστε να τονίζονται περισσότερο τα φυσικά της χαρίσματα.
Ψυχή ρομαντική, δάκρυζε στις πρώτες στάλες της βροχής, στης πεταλούδας το βελούδινο χάδι, στου σπουργιτιού το πέταγμα και στου μωρού το κλάμα.
Έχοντας αφορμή και πηγή έμπνευσης ακόμη και το πιο μικρό αγριολούλουδο, μια κρυφή θλίψη, μια τρυφερή ματιά ή ένα σύννεφο ξεχασμένο στον ορίζοντα, γέμιζε τετράδια με στίχους λυρικούς, εκφράζοντας απλά και ειλικρινά τα άπειρα ευγενικά και τίμια συναισθήματα που όργωναν, άρδευαν και καλλιεργούσαν της ψυχής της το περβόλι .
 
Όντας πιστή πάντοτε στα οράματα τα ιδανικά, στις πατροπαράδοτες αξίες και στου καθήκοντος την ευθύνη, μ' ατσαλένια πυγμή διαφέντευε σταθερά των παιδιών και της φαμελιάς της την καθημερινότητα, χωρίς όμως ν' ανεβάζει σε βάθρα τις πρωτοβουλίες και τις κατακτήσεις της, παρά, κυβερνώντας χωρίς φανφάρες από το παρασκήνιο, μ' επιτυχία κέρδιζε κάθε στόχο της.

 90795681.jpg
 
Ας πούμε, όντας έφηβη, της γύρευα πάντα την άδεια πριν κάνω κάτι, γιατί δεν τολμούσα να πάρω πρωτοβουλίες παρόλο που η λαχτάρα για τη δράση ήταν τότε πολύ πιο μεγάλη από το φόβο του τι μπορώ ή του τι πρέπει.
Αλλά μια και σταθερή ήταν η απάντησή της σ' όλα μας τα παρακάλια.
-«Πρώτα θα ρωτήσομε τον μπαμπά».
Εμείς το ξέραμε πως δική της θα 'ταν η απόφαση τελικά, συναινετική ή απαγορευτική. Έλα όμως που έπρεπε να υποταχθούμε στη διαδικασία του ποιος είναι ―για τα μάτια― ο αρχηγός.
 
Απέραντη η αγάπη της κι απροσμέτρητες οι θυσίες της, μα και παροιμιώδης η αυστηρότητα και παραδειγματικές οι τιμωρίες της.
 
Όταν μ' έστελνε να πάω στη γιαγιά μου, η πρώτη κι η τελευταία της κουβέντα ήταν:
-«Κατευθείαν θα πας στη γιαγιά. Μη τυχόν σταματήσεις πουθενά, γιατί είδες τι έπαθε η κοκκινοσκουφίτσα που παράκουσε τη μαμά της και σταμάτησε να πιάσει κουβέντα με το Λύκο».
 
Πάντα μας μιλούσε με παραδείγματα και παραβολές, για να μας γίνονται κατανοητές οι συμβουλές.
 
Εγώ βέβαια, λύκο μπορεί να μη συνάντησα ποτέ, μα από τις Σειρήνες τις φιλενάδες τις συνομήλικες και τα γειτονάκια πώς να ξεφύγω; 

95469498.jpg

 Oι προσκλήσεις κι οι προτάσεις τους ήταν τόσο δελεαστικές και προκλητικές που σαν παιδάκι, ενίοτε, ενέδιδα απερίσκεπτα.
 
Μια φορά μάλιστα, άργησα τόσο να πάω στη γιαγιά μου, που βγήκαν όλες μαζί, μαμά, γιαγιά και θείες και μ' έψαχναν στα χωράφια και στα δρομαλάκια, αλαφιασμένες.
Εγώ, απλώς είχα τρυπώσει στο σπίτι της Ζένας της Καρίβαλη και παίζαμε, παίζαμε, παίζαμε.
Είχα βγάλει ακόμη και τα παπούτσια μου για να χοροπηδώ ανάλαφρα στον σομιέ του κρεβατιού της. Από κεί προδόθηκα. Η παροιμία λέει: « αν ξέρεις να κρύψεις, ξέρεις να κλέψεις».
Μα εγώ ούτε τα παπούτσια μου να βάζω σωστά δεν ήξερα τότε.
Σαν απόκαμα πια από το παιχνίδι και πείνασα κιόλας, είπα να φύγω κι έβαλα το δεξί παπούτσι στ' αριστερό ποδάρι κι αντίστροφα. Σάμπως ήξερα και να τα κουμπώσω; Μπα ...
Μόλις έφθασα στης γιαγιάς σέρνοντας αξεκούμπωτα κι ανάποδα τα κόκκινα πεδιλάκια, ήτανε φως φανάρι το πού και το τι έκαμνα όσην ώρα η μαμά μου κι οι υπόλοιποι αλωνίζανε τα χωράφια για να με βρουν κι ήταν έτοιμοι να κατεβάσουνε κι άθρωπο στο πηγάδι μπας και ... 
 A
ναγκάστηκα λοιπόν να ομολογήσω. Αποτέλεσμα; Να εισπράξω κάμποσες παντοφλιές στα παχουλά μου οπίσθια και η κούκλα μου, αυτή με τα γαλανά ματάκια που ανοιγοκλείνανε και τα χεράκια που πήγαιναν πάνω κάτω σαν να θελαν να μ' αγκαλιάσουν, κλειδώθηκε στη ντουλάπα κι εγώ δε θυμάμαι για πόσες μέρες. Χρόνος μου φάνηκε τότε η στέρησή της. Έκλαιγα και παρακαλούσα να μου τη δώσουν, αλλά ...μάταια.
 
Μεγάλες κι αξέχαστες όπως βλέπετε ήταν οι τιμωρίες που μας έβαζε η μαμά, άλλα πιο μεγάλες ήταν η υπομονή και η επιμονή της στα προγράμματα μελέτης που είχαμε ακόμη και στις διακοπές.
Απαράβατες οι συμφωνίες που κάναμε για τις ώρες του παιχνιδιού, μα κι αυτές της μελέτης.
 
Σα να 'ναι τούτη η ώρα που τα τζιτζίκια ξελαρυγγιάνζοταν πάνω στον ευκάλυπτο και τα γειτονόπουλα στο δρόμο, παίζοντας «δεν περνάς κυρά Μαρία».
 
Μα εγώ έπρεπε να τελειώσω πρώτα όσα είχα να γράψω και να διαβάσω κι ύστερα να πάω για παιχνίδι.
 
Καθόμουνα, τα καλοκαιριάτικα πρωινά, στα δροσερά φρεσκοπλυμένα σκαλοπάτια της σκάλας μας που τα σκίαζε μια πυκνόφυλλη πιπεριά, Είχα απλωμένα τα τετράδιά μου κι έγραφα ―ας πούμε τα «μερομήνια»― κι όλο αποξεχνιόμουνα με το μολύβι μετέωρο και το μυαλό στον πετροπόλεμο και το κρυφτό. Πού και πού, έβαζα και καμιά φωνή συμμετέχοντας, έστω κι από μακριά, στο παιχνίδι.
- «Κρύψου Στέλιο ... Τρέχα Χαρούλη ...»
 
Πρόβαλλε τότε στο παραθύρι η «φροϋλάιν» ―γιατί με γερμανίδα γκουβερνάντα μόνο μπορούσε να συγκριθεί η μαμά μου σε τέτοιες περιπτώσεις― και ρωτούσε:
- «Σε ποιο μήνα βαστάς;» κι άρχιζα πάλι εγώ να γράφω με μισή καρδιά.
 
Άλλοτε, ζωγράφιζα τα φρούτα του καλοκαιριού, τα λουλούδια του κήπου, τα καραβάκια στη θάλασσα και μόνο τα αλλοπρόσαλλα σχέδια και τα όνειρά μου δεν μπορούσα ακόμα να καταγράψω. Έγραφα όμως γράμματα στους θείους και τις θείες μου, διάβαζα τον Ροβινσώνα Κρούσω και τον Γκιούλιβερ ή κεντούσα τις σταυροβελονιές με τις παπαρούνες και τα κυκλάμινα απάνω στο χοντρό εταμίν με ζήλο. 
Εκείνα τα μαθήματα κι αυτή η επιμονή κι η υπομονή της ήταν που μ' έμαθαν σιγά-σιγά να ακουμπώ στο χαρτί τις σκέψεις μου σωστά και να το ευχαριστιέμαι.
 
Εκείνη μ' έμαθε τι είναι πρόλογος, θέμα, επίλογος, πεζό, μυθιστόρημα, ποίημα.

 

Της Αγγελικής Συρρή - Στεφανίδου

http://aggeliki-sirri.pblogs.gr/

 

Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2010

Φλεβάρης ο κουδουνάτος...

 

54c.jpg

Φλεβάρης ο κουδουνάτος

88307872.jpg

 Ο Φεβρουάριος, ο Φλεβάρης, ο Κουτσοφλέβαρος, είναι πάντα ο πιο κρύος μήνας του χρόνου, θαρρώ.
Παράξενο όμως το πώς τα πρώτα σημάδια της Άνοιξης έρχονται πάντοτε μαζί του!
 
Είναι ίσως που το φως της μέρας κερδίζει καθημερινά και δραστικά πόντους από το σκοτάδι.
 
Οι ψυχές τότε πιάνουν κι αναθαρρεύουν, η μελαγχολία κατατροπώνεται από την αισιοδοξία κι οι καρδιές ξυπνούν κι αυταρχικά - μπορώ να πω αναρχικά - ζητούν καινούργια δράση, σκιρτούν ηδονικά και ξεκινούν για νέες κατακτήσεις και συγκινήσεις.
 
Κι είναι εκείνες οι ολοφώτεινες, ηλιόλουστες μέρες - δώρα του Θεού ακριβά - όταν ο ήλιος έρχεται σιγά-σιγά όλο και πιο κοντά στη γη, κι όταν τα μικρομόρια της ατμόσφαιρας λάμπουν και την κάνουν ν' αστράφτει σαν διάδημα από διαμάντια απάνω στο άγουρο κεφάλι της πλάσης που ξαναγεννιέται.
 
Το χώμα φουσκώνει, σάρκα θαρρείς ερεθισμένη από έρωτα!
Μικρές τούφες πράσινης χλόης στολίζουνε τις άκρες των κήπων και των χωραφιών κι όλο το σκηνικό αρχίζει να τονίζεται με χρώματα και κινήσεις ανάπλασης.
 
Τα καλοπλυμένα από τις βροχές δέντρα, καθώς οι αχτίδες παίζουν ανάμεσα στα μπουμπουκιασμένα κλαδιά τους, αναριγούν, μπαίνοντας σε τελετουργίες γονιμότητας με πρωθιέρειες τις αμυγδαλιές.

 120300458145498100.jpg
 
Αυτές οι τρελαμένες, από τα τέλη του Γενάρη πρώτες παραδίνονται στο οργασμικό μεθύσι και παραβγαίνουν η μια την άλλη σε προκλητικά - σχεδόν ξεδιάντροπα - λουλουδοστολίσματα, φορτωμένες ροδοπέταλα, αγκρισμένους στήμονες και γονιμοποιούς κάλυκες.
 
Τραβούν έτσι απάνω τους όλη την προσοχή της φύσης και ξυπνούν με τη μοσχοβολιά τους, που φθάνει μέχρι τα τάρταρα του Άδη, την Περσεφόνη. 

persephone_hades.jpg
 
Αυτές οι μεθυστικές ανάσες τους είναι που της θυμίζουν πως πρέπει ν'; αρχίσει να ετοιμάζεται για κείνο το εξάμηνο ταξίδι της στον Απάνω Κόσμο, όπου το σύμπαν την προσμένει με λαχτάρα για να ξανανιώσει.
 
Εκεί, η μάνα της η Δήμητρα, για χάρη της, στολίζει τον Παράδεισο που εξουσιάζει.
 
Έχει βάλει να δουλεύουν, νύχτα και μέρα ακατάπαυστα, τους υποτακτικούς της, όσους αιώνια την υπηρετούν και θαύματα κάθε χρονιά φέρνουν σε πέρας. 

PersephoneLeighton1.jpg

Πρώτη τεχνίτρα της η Γη που απλόχερα δωρίζει τους χυμούς της καρπεράδας της και την πλούσια σάρκα της αφήνει, να γίνει λίκνο και αρχή νέας δημιουργίας.
 
Κι ο ήλιος, πρωτομάστορας κι αυτός, με λάμψη ζωογόνα, με ζεστασιά και φως πολύ, καρπίζει καθημερινά της γης την ανοιχτή αγκάλη.
 
Κι αυτά τα λουλουδάκια, ξετρελαμένα από την προσμονή για τη γιορτή που έρχεται, διαλέγουν φορεσιές κι αρώματα, γνωρίζοντας πόσο σημαντική θα είναι η συμβολή τους στο στολισμό και στον καλλωπισμό του έργου, που το ανέβασμά του αποκλειστικό έχει σκοπό, να δώσει συνέχεια στην ύπαρξη της πλάσης.

 93090641.jpg
 
Όσο για τα πουλιά ... Ταξίδια ξεκινούνε μακρινά κι επικίνδυνα, για να 'ρθουν απ' τα πέρατα της γης, να πάρουν μέρος στη γιορτή σαν κάθε χρόνο κι αρχίζουν τις φωλιές να ξαναχτίζουν και να ξανατονίζουν νότες μυστικές στο ρεπερτόριό τους.
 
Τα λογής ζουζούνια πάλι, οι στυλοβάτες τούτης της φιέστας που ξεκινά, πετούν και χαίρονται την εφήμερή τους ύπαρξη την τόσο απαραίτητη όσο κι η ίδια η ζωή.
 
Έτσι, όλα μαζί να μάχονται και να δουλεύουν κάτω απ' το θεϊκό ραβδί της τα 'χει η Δήμητρα, συντονίζοντας συστηματικά της Περσεφόνης-Άνοιξης την άψογη υποδοχή.

 GodsPersephone-goog.jpg
 
Κι όταν εκείνη φθάσει πια, φέρνει στης μάνας της την αγκαλιά τη ζεστασιά και στων θνητών μικρών πλασμάτων τη ζωή δίνει νέες δυνάμεις. 
Το αποτέλεσμα του ερχομού της, είναι τόσο θεαματικό και καρποφόρο, ώστε, όταν στους έξι μήνες απάνω πρέπει να φύγει πάλι για να γυρίσει στου άχαρου του άντρα της του Χάρου τα δεσμά, μπόλικος σπόρος και σοδειά πολλή έχει περσέψει να θρέψει τα παιδιά της γης μέχρι το γύρισμα του άλλου χρόνου. 

89634780.jpg
 
Κάποτε βέβαια, είναι χρονιές, που φοβερές κακοκαιρίες και χιονιάδες κρατούν το σύμπαν ναρκωμένο και φοβισμένο, ακόμη και το Μάρτη.
 
Έτσι, οι τρελομυγδαλιές, χάνουν τ' άνθια τους απ' τους σκληρούς βοριάδες και καίγεται ο καρπός τους πριν να δέσουν τα τσάγαλα. Σπάνια βέβαια συμβαίνει κάτι τέτοιο. Συνήθως, ο Φλεβάρης όσο κι αν «φλεβίσει καλοκαίρι θα μυρίσει».
 Καθώς λοιπόν ο μακρόσυρτος απόηχος των εορτών σβήνει, μπαίνει του Χρόνου ο δεύτερος ο γιος, με μια υπολογισμένη και φτιαχτή ταπεινότητα, «κρυφή πληγή» που λένε.
Μπορεί να' ναι κουτσός και μισερός, ο μασκαρατζίκος, μα φέρνει μαζί του ένα νέο κύκλο χαράς και γλεντιού στων θνητών την καθημερινότητα, γιατί είναι αναμφίβολα, ο βασιλιάς κι αφέντης της πιο μαυλιστικής, της πιο διασκεδαστικής και της πιο ξένοιαστης περιόδου του χρόνου, της Αποκριάς!

  4/2/2010

Η γιορτή της μητέρας ...

200569984-001.jpg

Στην αργία των Τριών Ιεραρχών κολλητά, να κι άλλη μια γιορτή, με το έμπα του Φλεβάρη.
 
Εκείνα τα χρόνια, τη δεύτερη μέρα του μήνα, όταν η εκκλησία γιορτάζει την Υπαπαντή του Χριστού, συμβολικά και με πολύ συναίσθημα, γιορτάζαμε και την γιορτή της Μητέρας.
 
Καμία σχέση δεν είχε ο τότε εορτασμός μ' αυτό που λέμε σήμερα «Ημέρα της Μητέρας», η οποία δεν είναι παρά άλλη μια ευκαιρία καταναλωτισμού και άνοστων δηλώσεων επωνύμων και μη, μέσα απ' τα κανάλια της τηλεόρασης και τα γελοία περιοδικά, όπου, με κλισέ εκφράσεις και σλόγκαν, όπως «πες το με λουλούδια» αναμασούμε βαρετά συνθήματα.
 
Όταν ο ποιητής έλεγε: «Μανούλα μου τα λούλουδα/ στ' αγνό μας περιβόλι/ σήμερα κάνουν σχόλη/ που σχόλη έχεις κι εσύ./ Γι' αυτό κι εγώ κατέβηκα/ τα σύναξα ένα-ένα/ και τα 'φερα σε σένα/ μανούλα μου χρυσή.», δεν εννοούσε βέβαια «πετάχτηκα μέχρι το ανθοπωλείο ν' αγοράσω μια γλάστρα να τη στείλω στην καημένη τη μαμά» ή «Έλα μαμά ... Μη νομίζεις πως σε ξέχασα ... Χρόνια σου πολλά ... Κλείνω τώρα, γιατί με φωνάζει ο προϊστάμενος ...». 

95936232.jpg
 Τότε η μάνα, γιόρταζε πραγματικά μέσ' από το συμβολισμό της μέρας και τη σύγκρισή της με τηn
Παναγιά! 

91001331.jpg

 Γιόρταζε, τραγουδισμένη μέσα από αναρίθμητα ποιήματα και τραγούδια, που αγνά παιδικά χείλη τόνιζαν σ' όλα τα σχολεία της Ελλάδας, σε μια μέρα αργίας και ουσιαστικής αναφοράς στη θυσία της και στην ασύγκριτη προσφορά της στη ζωή και στηn κοινωνία.
 
Ήταν τότε, που η κάθε μητέρα, γιόρταζε κάθε μέρα και χαιρόταν τη θέση της μέσα στην οικογένεια, γνωρίζοντας πως όλο αυτό το ξόδεμα της ζωής της, είναι προορισμός και ιερό καθήκον κι όχι καταναγκαστικά έργα και διαπραγματεύσιμα ένσημα του ΙΚΑ.
 
Οι ιδέες αυτές και τα ιδανικά, τα τελευταία χρόνια ήρθαν τα πάνω κάτω σε μια απαίδευτη κοινωνία, την οποία κανείς δεν νοιάστηκε να διδάξει και να ετοιμάσει για να δεχτεί νεωτερισμούς και κινήματα, όπως ο φεμινισμός κι η ισότητα, τα οποία άλλωστε, έπρεπε να είναι ανέκαθεν και ασυζητητί παραδεκτά και αναμφισβήτητα. 

200497499-001.jpg

Δυστυχώς, μετά από αμέτρητους αιώνες σκοταδισμού, αυτή την επίσημα αγράμματη κοινωνία, την έπνιξαν κυριολεκτικά τα εύκολα τσιτάτα, που στόματα αστόχαστα, ανάξια κι αναίσχυντα, βγαίνουν σε παράθυρα, σε βάθρα και σε μπαλκόνια προεκλογικά και την παραμυθιάζουν.
 
Κι αυτή, η ανερμάτιστη βαρκούλα με το πλαστικό πανί, που τη γαλέρα παριστάνει και σε ωκεανούς άγνωστους βγήκε να ταξιδέψει, χωρίς χάρτες, χωρίς κουμπάσο και τιμόνι, τα 'χασε σαν βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τα πελώρια κύματα της εξέλιξης, που απανωτά και καίρια χτυπήματα της έδωσαν και την βουλιάξανε..

89789415.jpg

Τι να σου κάμει η αταξίδευτη;
 
Μπερδεύτηκε. Ξέχασε από πού ξεκίνησε και πού πάει.
Τα εύκολα κέρδη του πρόχειρα επί χάρτου σχεδιασμένου ταξιδιού, την αποπροσανατόλισαν από το σοβαρό και δύσκολο έργο του σωστού προγραμματισμού και της εκπόνησης του σχεδίου της καθοριστικής εκστρατείας που ξεκινούσε. Της τολμηρής και φιλόδοξης εκείνης εκστρατείας, η οποία, αν είχε την αναμενόμενη έκβαση βέβαια, θα την ανέβαζε σε βάθρο στέρεο, ώστε από το ίδιο επίπεδο και επί ίσοις όροις, θα μπορούσε στο εξής να συνδιαλέγεται με το κατεστημένο.
Δυστυχώς, επιπόλαια διάλεξε κι άρπαξε τα εύκολα οφέλη.
 
Παράβλεψε το κέρδος του άγιου προορισμού κι αφέθηκε στο τραγούδι των Σειρήνων, το τραγούδι του ευδαιμονισμού και της ευκολίας κι έτσι ...ναυάγησε.
 
Γιατί, ποιοι είναι αυτοί οι σκλαβωμένοι στην αμορφωσιά τους, που για ελευθερία μας μιλούνε, αλλά κανείς τους δεν μας εξηγεί την άγια τούτη λέξη με την πραγματική της σημασία;
 
Ας δίνουν ορισμούς, οι αφορισμένοι, μα με επεξηγήσεις κι όχι μέσα από διανοουμενίστικες, δήθεν φιλοσοφικές αρλούμπες και ακαταλαβίστικα, περίπλοκα έντεχνα σκουπίδια που όλο και πιο αγράμματο και πιο ξεστρατισμένο καταντούνε τούτον τον αγουροξυπνημένο αμπελοφιλόσοφο κοσμάκη.

200497338-001.jpg

 Πρέπει βλέπεις, προτού παραλάβει κανείς ένα δώρο, να ξέρει να εκτιμήσει την αξία του και πώς να το τιμήσει.
 
Πρέπει, για ν' αξιωθεί να το χαρεί και να το διατηρήσει και με τη σειρά του άφθαρτο κι ανάλλαχτο να το παραδώσει στις γενιές που θα 'ρθουν, πρέπει να ξέρει πώς να το υπερασπιστεί και πώς να το φυλάξει και «μ' αρετή και τόλμη» διαρκώς πώς να το διακονεύει.
 
Γιατί, ό,τι κατέχεις κι ό,τι εξουσιάζεις, αν μόνο σαν αφέντης το μεταχειρίζεσαι και του ρουφάς τις σάρκες, ποτέ δεν το φροντίζεις, δεν το συντηρείς και δεν το υπολογίζεις, γρήγορα θα το χάσεις, ζητιάνος του θα γίνεις, εξαρτημένος από τη χρήση ενός δικαιώματος που η κατάχρησή του το κατάστρεψε κι η στέρησή του η ξαφνική και σένα πια τον ίδιο θα σε καταστρέψει.
 
Αλίμονο, είναι γνωστό τοις πάσι, πως αν τα νοητά τα όρια των δυνατοτήτων σου τα ξεπεράσεις, μοιραία κι αναπόφευκτη συνέπεια είναι η καταστροφή σου.

 91993832.jpg
 
Και είναι σίγουρο πως, η ευγένεια, η αγάπη, ο σεβασμός, η προσφορά, δώρα είναι που χαρίζονται απλόχερα και δίχως υστεροβουλία.
 
Αλλά, το δώρο, χωρίς αντίδωρο, γίνεται απογοήτευση, αγανάχτηση, κακία, μίσος, έγκλημα, αλλά και τιμωρία.
 
Ποιος είπε να γυρίσομε πίσω στα τσαντόρ του Ισλαμισμού και στις ακρωτηριασμένες παρθένες της Αφρικής;
 
Ποιος έβαλε τον όρο πως το αίμα της παρθενίας πρέπει να γίνεται στάμπα, παντιέρα, θεμέλιο και σιγουριά σε μια σχέση ζωής μεταξύ δυο ανθρώπων;
 
Ποιος δέχτηκε πως οι χρυσές λίρες, το δυάρι στα Πετράλωνα και το βιβλιάριο της τράπεζας πρέπει να βαραίνουν στη ζυγαριά που θα ζυγίσει και θα εκτιμήσει το «καλό παλληκάρι» την «κοπέλα της ζωής του»;
 
Ποιος αποφάσισε πως τα μάτια των κοριτσιών, καλόν είναι, να μην «ανοίγουν» με τα πολλά σχολεία και τα γράμματα, γιατί «σ' όσα κορίτσια ανοίγουνε τα μάτια, μετά ανοίγουν και τα πόδια»;
 
Διότι, δυστυχώς, μετά απ' αυτά, είναι βέβαιο πως ο σκλαβωμένος για αιώνες, ο καταπιεσμένος, ο βιασμένος, ο εξευτελισμένος, αυτός που έθρεψε μέσα του μίσος κρυφό και αμέτρητο για τους δεσμοφύλακές του κι αυτός που την εκδίκηση βλέπει σαν λυτρωμό και γδικιωμό και νόμιμο - τώρα πια - δικαίωμα, αυτός σίγουρα θα περάσει αδίστακτα στην άλλη άκρη, αν δεν οδηγηθεί, μέσα από μια σωστή διαδικασία «αλλαγής» και μια ισορροπημένη «δίαιτα» προσαρμογής, στα νέα μέτρα που αφορούν στη ζωή και στην ύπαρξή του.

95740479.jpg

 Στο θεατρικό του Ο' Νηλ «Η μικρή μας πόλη», θυμάμαι τον αφηγητή να περιγράφει την καθημερινότητα μιας αμερικανίδας νοικοκυράς εκείνης της εποχής.
Σ' ένα σημείο, αρχίζει να απαριθμεί τα πόσα πιάτα έχει πλύνει αυτή η γυναίκα, πόσα γεύματα έχει μαγειρέψει και πόσα πρωινά έχει σερβίρει στον άντρα και τα παιδιά της. «Κι όμως» καταλήγει χαριτολογώντας, «αυτή η κυρία, ποτέ δεν έχει υποστεί ούτε ένα νευρικό κλονισμό».
 
Μα, η μάνα που προσφέρει στα παιδιά της τη γλύκα της παρουσίας της και την ασφάλεια των φροντίδων της, πρέπει - φαινόμενο της εποχής μας - να παθαίνει νευρικό κλονισμό;
 
Πρέπει να γίνει υστερική η γυναίκα που σκύβει στοργικά και σηκώνει με χέρι συντροφικό το φορτίο του άντρα της κι οι δυο πια, με το φορτίο μοιρασμένο, τραβούν πιο εύκολα στην ανηφόρα ώστε να φτάσουν μαζί στην κορυφή και στης ανάπαυσης την επιτυχία;
 
Η μάνα, που σίγουρα απολαμβάνει το σεβασμό και την αγάπη των παιδιών της, ποτέ δεν μετανιώνει για τις θυσίες και τον αγώνα για χάρη τους. Μόνο σαν πανηγύρι τον βλέπει κι έτσι τον βιώνει.

85324544.jpg

 Η γυναίκα, που αναμφισβήτητα στέκεται στο πλάι του άντρα της, από το ίδιο σκαλοπάτι κοιτάζει μαζί του το μέλλον κι απολαμβάνει την εκτίμηση και τον έρωτά του, τα «δεσμά» του γάμου βραχιόλια και στολίδια τα φορεί και καμαρώνει.
 
Τον «άνθρωπο» κι όχι τη «γυναίκα» πρέπει μια σωστή κοινωνία να τιμά, να περιβάλλει με σεβασμό και ν' αποζημιώνει, αφού αυτόν τον άνθρωπο χρησιμοποιεί για να κατασκευάζει το αύριό της.
Η γυναίκα δε η ευτυχισμένη, που σε τούτο το αλισβερίσι δεν λογαριάζει τόκους κι επιτόκια κι ούτε ασφάλιστρα και επιδόματα γυρεύει, είναι σίγουρη, πως ό,τι χαρίζει σαν το «μάννα», ατίμητο είναι και κανένας μεσίτης ή εκτιμητής δεν είναι ικανός να το ξεπληρώσει στη τιμή του.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

 

Της Αγγελικής Συρρή - Στεφανίδου

http://aggeliki-sirri.pblogs.gr/

 

Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2010

Η συνέχεια του χθες...

http://www.alithia.gr/columnbyid.aspx?columnid=950

 

78421507.jpg

Γυρισμός στο σχολείο ...

3/2/2010

Συνέχεια από προηγούμενο φύλλο

Να μαστε λοιπόν πάλι στο σχολείο. Ο καθημερινός αγώνας της μελέτης, τα πρέπει και τα μη κι η ρουτίνα η άχαρη πνιγμένη στο κρύο και τις βροχές του χειμώνα.
Μετά τις Αλκυονίδες μέρες, άρχιζε πια σφίγγει για τα καλά ο βοριάς κι έβγαζε δόντια και νύχια. Σφυρίζανε κάθε βράδυ τα πορτοπαράθυρα τρομαγμένα και τα κλαδιά των δέντρων γυμνά, χτυπούσαν στα κεραμίδια βροντερά, προκαλώντας μας ρίγη.
«Να ο μπαμπούλας, να ο μαύρος καβαλάρης, να το φάντασμα» ... Τέτοια ωραία λέγαμε με την αδελφή μου πριν κοιμηθούμε σφιχταγκαλιασμένες, κουκουλωμένες «από κεφαλής», κάτω από τα βαριά παπλώματα και τα μάλλινα χράμια, μπας και μας περάσει ο φόβος μα και για να ζεσταθούμε από τις ίδιες τις ανάσες μας.
Στις δέκα του Γενάρη μια χρονιά, τότε που η κάθε αλλαγή και τα γεγονότα είχαν αρχίσει πια να καταγράφονται στη μνήμη και στο παιδικό μου μυαλό, ήλθε στη ζωή μου σαν δώρο πρωτοχρονιάτικο κι η αδελφή μου. Ένα ζωντανό κουκλάκι, άσπρο, αφράτο και μοσχομυριστό, που ξύπνησε μέσα μου την αδελφική αγάπη και μια εσωτερική παρόρμηση για να το νοιάζομαι, να το πονάω και να νιώθω υπεύθυνη γι' αυτό.

90930415.jpg
Μετά τη γιορτή του Βασίλη, του Ιορδάνη, του Φώτη και του Γιάννη, άλλη μια γιορτή λοιπόν μέσα στο Γενάρη, τα γενέθλια της αδελφής μου της Ρήνας.
Ύστερα γιόρταζαν ο Αντώνης, ο Τάσος, ο Θανάσης κι ο Ευθύμης, ώσπου φθάναμε στο τέλος του μήνα, σε μία ακόμα μεγαλύτερη εορτή και αργία για τα σχολεία, αυτή των Τριών Ιεραρχών.
Οι Τρεις Μέγιστοι Φωστήρες, μας έκαμναν πάντα και τούτο το καλό, αλλά ...;μισό.
-«Γιατί;» Θα με ρωτήσεις.
Γιατί πρωί-πρωί, έπρεπε να παρουσιαστούμε πάλι στο σχολείο να πάμε στον εκκλησιασμό. Όπου βέβαια πλήτταμε ομαδικά, καθώς τα τερετίσματα κι οι ψαλμωδίες μάς νανούριζαν, τα δε κεριά και τα λιβάνια τυλίγανε το σώμα και το μυαλό μας σαν ναρκωτικά.
Μέσα στη μισοσκότεινη εκκλησία, με το μουντό φως το πρωινό να περνά απ' τα πολύχρωμα τζάμια διαθλασμένο και να κάνει τις μορφές των αγίων στις τοιχογραφίες να σαλεύουν ύποπτα, το όλο περιβάλλον έμοιαζε ονειρικό κι εξωπραγματικό τόσο, ώστε με δυσκολία καταφέρναμε να κρατούμε τα μάτια μας ανοιχτά, ρίχνοντας το βάρος του κορμιού μας - το ασήκωτο - μια στο ';να ποδάρι και μια στ' άλλο, με την ώρα να μοιάζει βαρυφορτωμένο κάρο στην ανηφοριά.

0130_Treis_Ierarxes.jpg

Μετά απ' αυτή την αγγαρεία, έπρεπε να γυρίσομε πάλι στο σχολείο, για να υποστούμε στη συνέχεια και την τελετή του εορτασμού της επετείου.
Το πρόγραμμά της είχε πάλι αγιασμό καθώς κι ατέλειωτα μακρόσυρτους κι αφόρητα επα­να­λαμβανόμενους «λόγους» από το διευθυντή και τους δασκάλους μας για τη ζωή και τα έργα του Βασιλείου του Μεγάλου, του Ιωάννη του Χρυσοστόμου και του Γρηγορίου του Ναζιανζινού.
Στο τέλος, ψάλλαμε ανακουφισμένοι «τους τρεις Μεγίστους Φωστήρας της τρισηλίου Θεότητος ...» που καιρό το «προβάραμε» στο μάθημα της Ωδικής και-δόξα τω Θεώ- ήμασταν πλέον ελεύθεροι για όλη την υπόλοιπη μέρα.
Τότε άρχιζε για μας η πραγματική αργία.

 
Παιχνίδι, παιχνίδι, παιχνίδι επί τέλους και ... του χρόνου με υγεία.

 

Profile

asirri Αγγελική Συρρή-Στεφανίδου

Το προφίλ μου

δέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουνε καθώς τα περιστέρια που σκορπούν οι ναυαγοί στην τύχη κι όταν φέρουν το μήνυμα δεν είναι πια καιρός. Καρυωτάκης

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Μάρτιος 2010
ΚΔΤΤΠΠΣ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031   

Tags

πολιτική ιστορία σκέψεις γαμος γυναικα συνθηματα ταξίδια θαλασσα ερωτας χίος πόλεμος παρουσίαση ελιές μανιτάρια τραγουδι ποίηση χριστούγεννα εκλογές επικαιρότητα μοναξια αύγουστος ελευθερία πόνος ψυχή χωρισμός πολυτεχνείο ευχες προσευχη θανατος διλήμματα γιαγια γιασεμι αναμνησεις τοκετός οικολογία ιδέες μήνυμα ιανουάριος ασθενεια αγάπη ε επιλογες πολιτισμός λογοτεχνία σχέσεις φύση φασισμος γονεις καρδιοπάθεια ιούλιος πατρίδα νοσοκομεία έθιμα σ απόκριες μητερα νηστεία εορτεσ βιβλίο προσευχές ευεργέτης μαρτιος επέτειος γενέθλια γάζα λαογραφία μαϊος παλαιστίνη ανθρωπιά δημοκρατία σωφρονισμος επίκαιρα πλοια σεπτέμβριος μεταμόσχευση οκτώβριος νοεμβριοσ ποηση κορμί δεκέμβρης κωστής παλαμάς νέο έτος βαλεντινος φεβρουάριος βασίλης βασιλικός ευαγγελισμός απρίλιος γιορτή μητέρας δεκαπενταύγουστος αγιος ανδρεας λογοτέχνημα ποίση μαθήτριες αγγελικη συρρή-στεφανίδου ιδιοματισμοί φώτης αγγουλές δότης οργάνων γεώργης διλμπόης εφημερίδα αλήθεια υμεναιος εσπεριδοειδή μυροβόλος πετράδια όγδοο δημοτικό σχολείο δάσκαλο κάμπος δρίματα μερομήνια εκλαμψία μαγκάλι γενάρης αυτοδιάθεση Αταξινόμητα
Powered by pathfinder blogs