Αγγελική Συρρή - Στεφανίδου

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2016

...μια επέτειος...

Η ΚΑΜΑΡΑ ΜΟΥ.
(Στη μνήμη της μητέρας μου που μας άφησε σαν σήμερα το 2002)


Μια κάμαρα γεμάτη αναμνήσεις, χρώματα κι αξέχαστες μυρωδιές.
Μια κάμαρα γεμάτη παιδικά γέλια, χάδια και δάκρυα αποτυχίας.
Μια κάμαρα γεμάτη στίχους, λόγια, σχέδια και προσευχές.
Μια κάμαρα γεμάτη αγώνες κερδισμένους κι όνειρα απραγματοποίητα.
Αυτή είναι η μικρή κι αφόρητα πυκνοκατοικημένη κάμαρά μου.


Αγγελική Συρρή-Στεφανίδου
25/8/2016
Πόρτο Γερμενό


Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2016

...μια επέτειος...

Η ΚΑΜΑΡΑ ΜΟΥ.
(Στη μνήμη της μητέρας μου που μας άφησε σαν σήμερα το 2002)


Μια κάμαρα γεμάτη αναμνήσεις, χρώματα κι αξέχαστες μυρωδιές.
Μια κάμαρα γεμάτη παιδικά γέλια, χάδια και δάκρυα αποτυχίας.
Μια κάμαρα γεμάτη στίχους, λόγια, σχέδια και προσευχές.
Μια κάμαρα γεμάτη αγώνες κερδισμένους κι όνειρα απραγματοποίητα.
Αυτή είναι η μικρή κι αφόρητα πυκνοκατοικημένη κάμαρά μου.


Αγγελική Συρρή-Στεφανίδου
25/8/2016
Πόρτο Γερμενό


Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

...κι άλλο ξενύχτι...

Για να συμπληρωθεί η τριλογία της Πανσελήνου

 

ΣΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ ΤΟ ΛΙΓΟΣ...

 alt

Δεν ντρέπεσαι κορίτσι νιούτσικο και λυγερό

να ξενυχτάς ως το ξημέρωμα στη στράτα,

να στέκεσαι μπροστά στα σκοτεινά τα σπίτια μας

τα σφαλισμένα παραθύρια να πετροβολάς

και να χτυπάς τις πόρτες τις αμπαρωμένες;

 

Κοίταξε που  γαλάτισε κι έφεξε η ανατολή...

Τρεμούλιασαν τα κοιμισμένα τα  φυλλώματα,

ανησυχήσαν τα πουλάκια στις φωλιές τους

και διαλαλούν οι πετεινοί στις γειτονιές

πως θα μπροβάλ'  η μέρα όπου  να ΄ναι.

 

Κι εσύ,  μεσοστρατίς ακόμη τριγυρνάς,

σκύβεις και καθρεφτίζεσαι στη θάλασσα,

ξεδιάντροπα γυμνώνεσαι και χαριεντίζεσαι,

γλεντοκοπάς με τους αμετανόητους ξενύχτηδες

που  τα γιατάκια τους ξημερωθήκαν ξεχασμένα.

 

Για συμμαζέψου κόρη μου  κι άντε να κοιμηθείς.

Μαζέψου επιτέλους κι άντε να πλαγιάσεις.

Λυπήσου με  κι εμέ που ξενυχτώ Σελήνη μου

'σύχασε πια και κρύψου μπας  ξεκλέψω λίγον ύπνο,

μήπως μερώσει και το μαξιλάρι μου που μ' έχασεν  απόψε.

 

Αγγελική Συρρή -Στεφανίδου

21/8/2016 Πόρτο Γερμενό

Η φωτογραφία είναι του φίλου Βαγγέλη Πίκουλα.


Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016

...προσοχή αύριο...


Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016

...μια νύχτα...

 562407165.jpg

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΜΕ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟ

 

Στάθηκε ακίνητη η νύχτα πάνω στις κορυφογραμμές...

Ώρα δεν πέρασε αφ' ότου, ο ήλιος,

μ' όλα τα χρώματα του και τις λάμψεις οπλισμένος,

επαραδόθηκε αναγκαστικά

κι άτακτα υποχώρησε

κι επήγε αλλού να δείξει τη δύναμη και την ομορφιά του,

ελεύθερο αφήνοντας το στερέωμα

για τον αναμενόμενο θρίαμβο

του εκμεταλλευτή αντίζηλου 

που το δικό του φως  σφετερίζεται και λάμπει.

 

Στάθηκαν κι όλα ένα γύρω, τα έμψυχα και τ' άψυχα,

σε μια γαλακτερή πάχνη ονείρου τυλιγμένα,

κι αφουγκράζονταν, κρατώντας την ανάσα τους,

ως ν' ακουστεί- πρωτού φανεί-

τ' Αυγούστου η Κυρά Πανσέληνος να 'ρχεται,

με τα μυστήριά της,  τους θρύλους της και  τα μαγικά 

να τέρψει, να μαγέψει,

 να λάμψει και τη φήμη της να δικαιώσει

και μέσα σε μια νύχτα

να βασανίσει σώματα στα στρώματα,

να στεφανώσει τα βουνά με μαβιά χρώματα,

τα σκοτεινά τ' απάτητα τα δάση να διαπεράσει,

τη θάλασσα να γυαλίσει και να πλανέψει,

του έρωτα τις στράτες να φωτίσει,

τον πόνο στις καρδιές να ξεθωριάσει,

να βαλαντώσει μ' αχ και βαχ τα νιάτα,

να πυρπολήσει ξεχασμένους βωμούς και ιερά,

ν' αποκαλύψει ομορφάδες μυστικές

που ζουν στης μέρας την σκιά αδικημένες,

να ξενυχτίσει ανθρώπους κι όλα τα ζωντανά,

πλεούμενα να ξεστρατίσει,

νεράιδες και δελφίνια να βάλει στον χορό,

ιέρειες και μάγισσες να ευλογήσει,

τραγούδια να τονίσει,

ποιήματα να εμπνεύσει,

τους φάρους να ξεθωριάσει,

τον χάροντα να καλοπιάσει και να ξεγελάσει,

τα άσχημα να στολίσει μ' ομορφιά

και τα όμορφα με λάμψη!

 

Κι όταν, μεγαλειώδης, φωτερή κι αστραφτερή

στεφανωμένη από  άλος  υπερκόσμιο,

ξεπρόβαλε κι εφάνει και ξεπέρασε τα βουνά,

όλη η πλάση ξέσπασε σε καλωσορίσματα θαυμαστικά,

εμείνανε τα βλέμματα απάνω της μαγνητισμένα,

ανατριχιάστηκαν τα όρη ηδονικά

κι εσάλεψαν τα δάση αγκρισμένα,

τραγούδια ακούστηκαν δοξαστικά

φιλήματ' ανταλλάχτηκαν από τον οίστρο παθιασμένα,

βγήκαν οι έρωτες στις ερημιές και στήσανε χορούς

βγήκαν κι οι ανθρώποι  στις αυλές,

στα δώματα, στους δρόμους και στις ακρογιαλιές

σαν ζαλισμένοι από κρασί μεθυστικό

κι από της ομορφιάς την πλάνη,

κι όλοι μαζί κι όλα μαζί με τη  Κυρά Πανσέληνο

ξενύχτησαν  ρουφώντας ομορφιά, χαρά και  ευωχία!

 

Αγγελική Συρρή-Στεφανίδου

 

19/8/2016


 


Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

...για το φεγγάρι...

                                                                                                              ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΥ ΕΝΕΚΕΝ...

ΘΥΜΑΜΑΙ ...

alt 

...εκείνο το φεγγάρι πάνω από τη Σκιάθο

-Αύγουστο μήνα-

τις καρδιές μας να πλανεύει,

 σα γόης να περνά να σαγιτεύει

κι εγώ στις χρυσαχτίδες του

ονείρατα να πλάθω ...

 

Ως πρωτοφαίνουνταν

- λυγερό δρεπάνι-

το καμαρώναμε στρωμένοι στα βραχάκια.

Στη γέμισή του,

τη χρυσή του ρώτα παίρναν τα βαρκάκια

για να μας συριανίσουνε

μες στο μικρό λιμάνι.

 

Κι όταν πανσέληνος

-ξεδιάντροπη εταίρα

βγήκε στον Ταρσανά γυμνόστηθη-

στην αμμουδιά, αγκαλιασμένοι,

περπατήσαμε ξυπόλητοι

κι όλα τριγύρω μας

εφέγγανε σα μέρα!

 

Και σήμερα,

πρωί-πρωί, τα ξημερώματα

που με βαριά καρδιά

τη Σκιάθο χαιρετούσαμε,

να λιγοσβύνει και να λιώνει,

πικραμένοι το κοιτούσαμε,

ωσάν των διακοπών μας

τα τρελά καμώματα ...

 

Όμως ...φεγγάρι είναι ...

Κι αν χαθεί κι αν σβήσει

σε λίγες μέρες πάλι

πιο λαμπρό θα καμαρώνει.

Μα η ομορφιά του

πάντα τις καρδιές μας θα ματώνει

αφού τη Σκιάθο

στο πικρό το  παρελθόν την  έχουμε αφήσει ...

 

18/08/1984

 

Αγγελική Συρρή-Στεφανίδου


Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2016

...καλή μέρα...

ΜΙΑ ΚΑΛΗ  ΜΕΡΑ...

 

Σήμερα κι ύστερα

από μια ολονυχτία μεθυσμένης συνουσίας

και οργασμών χορταστικών

στην αγκαλιά του ολόγιομου του φεγγαριού,

ξύπνησε η πλάση ολόχαρη!

 

Όλα, γύρω τριγύρω της,

στέκονται ακίνητα και την κοιτούν

να καθρεφτίζεται

στου ακύμαντου του κόλπου τον καθρέφτη,

 μαζί με τα καλόχαδα βουνά,

τα χαμηλά σπιτάκια και τα πεύκα.

 

Κι όταν πια, κατεβαίνει, 

αιθέρια κι ονειροπλανταγμένη,

να βουτήξει στην πρόκληση

της φαρφουρένιας θάλασσας

για να ξεπλύνει

της ολονύχτιας ηδονής τη μυρωδιά,

γέρνουν μαζί της και γονατίζουνε ευλαβικά

οι καρδιές μας και τα σώματα

να μεταλάβουνε κι αυτά

της Δωρεάς το νάμα

και ν' αξιωθούν

του Πλάσσαντος τα χαρίσματα!

 

Αγγελική Συρρή-Στεφανίδου

 

Πόρτο Γερμενό 17/8/2016



Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2016

...μια φορά...

ΣΤΗΝ ΤΗΝΟ ΜΙΑ ΦΟΡΑ...

 alt

Σήμερα, πρωινό Δεκαπενταύγουστου, με τη θάλασσα μπροστά μου να μουγκρίζει  και να βογγά, καθώς το καθιερωμένο μελτέμι τούτης της εποχής την παραδέρνει,  παρακολουθώ στην τηλεόραση την λειτουργία και την λιτάνευση της εικόνας της Παναγιάς στον περίλαμπρο ναό Της, εκεί στο ανεμοδαρμένο νησί της Τήνου. Πλήθος πιστών  ικετών, ιερουργών χρυσοστόλιστων και καιροσκόπων πανταχού παρόντων, εκμεταλλευτών πάσης ευκαιρίας διαφήμισης τους και δημιουργίας εντυπώσεων προς ίδιον τους όφελος, παρίστανται ανακατεμένοι   κι αφού, το πνεύμα μου είναι τώρα πια το μόνον πρόθυμον για ταξίδια ταλαίπωρα κι ανεμοδαρμένα, ενώ το σώμα, λόγω ηλικίας, προτιμά την ησυχία και την δροσιά μιας βεράντας που ολίγο διαφέρει από μια στολισμένη κι ευωδιαστή εκκλησιά, όντας γεμάτη υμνολόγους αθώους κι ειλικρινείς- ανθρώπους, πουλιά, ζώα, τζιτζίκια, μαμούδια, λουλούδια και δεντρά- όλοι μαζί κι εμείς εδώ, δοξάζουμε κι ευχαριστούμε τον Πλάστη, για την αιώνια φροντίδα του για  τα παιδιά του και τη Κεχαριτωμένη παρακαλούμε να μεσιτεύει για όλων των ζώντων επί γης πλασμάτων την σωτηρία  από κάθε επιβουλή και δόλια πρόθεση.

Κι οι αναμνήσεις, σύντροφοι πια καθημερινοί και πολυαριθμότεροι των ονείρων και των σχεδίων για δράσεις και ταξιδέματα, έρχονται να μου θυμίσουν τις φορές όταν, ικέτισσα κι εγώ, γονάτισα μπρος την θαυματουργή εικόνα ζητώντας την πραγματοποίηση των μικρών κι ανθρώπινών μου αιτήσεων, που, δόξα στη χάρη Της, δεν τις άφησε ποτέ αναπάντητες αργά ή γρήγορα.

Θέλω όμως να σας πω και να καταγράψω  την πρώτη μου επίσκεψη εκεί, όταν ήμουν μόλις οκτώ χρονών, αλλά και ό,τι θυμούμαι απ' εκείνο το προσκύνημα, το οποίο, στη μνήμη μου παραμένει πάντα  σαν  απερίγραπτη περιπέτεια, ταλαιπωρία ανεξήγητη και γνωριμία με των πολλών ανθρώπων τη δυστυχία και τον πόνο που μαζεμένοι εκεί, τα εξέθεταν ο ένας στου άλλου την συμπόνια και στης Παναγιάς το έλεος.

Θυμούμαι λοιπόν, την προσδοκία του πρώτου μου ταξιδιού με πλοίο-  πολύ μεγάλη κι όλο περιέργεια- παρόλο που ήξερα πως το ταξίδεμα τούτο το προσκυνηματικό  στη συνέχειά του θα κατέληγε στην Αθήνα όπου πηγαίναμε για να υποστώ αμυγδαλεκτομή. Τότε όμως, αλλιώς αξιολογούσε το μυαλουδάκι μου τις προσδοκίες κι αλλιώς τη δυσάρεστη πραγματικότητα.

Θυμούμαι κατ' αρχάς την αναμονή και το σπροξίδι μπρος στον γκανγκγουέη (την σκάλα επιβίβασης επί το στεριανό γλωσσάριο), μέχρι να επιβιβαστούμε στο θρυλικό «Αγγέλικα», το οποίο εκείνα τα χρόνια έκανε τη γραμμή Πειραιάς-Χίος- Μυτιλήνη και το βροντερό του σφύριγμα, μόλις  πριν λίγα χρόνια, με τρομοκρατούσε και μ' έκανε να μην θέλω να πατήσω στην προκυμαία.

Θυμούμαι μετά τις κουρελούδες που απλώσαμε στο κατάστρωμα για να περάσουμε τις ώρες του ταξιδιού μέχρι την Τήνο, αφού  το καράβι είχε  πάνω του τόσο κόσμο-μιλιούνια θαρούσα- που πήγαινε κι ερχόταν, μιλούσαν, φώναζαν μάλλον για ν' ακουστούν, αφού ο θόρυβος των μηχανών  έβγαινε βροντερός από τους ανεμοδόχους που αγκομαχούσαν και με τρομοκρατούσαν.

Θυμάμαι την καπνιά  και τη βρώμα που έφτυνε κατά πάνω μας η τσιμινιέρα κι είχε σαν αποτέλεσμα, κάθε φορά που άλλαζε η φορά του αέρα όταν έστριβε πάνω στην πορεία του το πλοίο, να πρέπει να μετακινηθούμε για να μην πνιγούμε από τα καυσαέρια.

 

Θυμούμαι την υγρασία και το κρύο που με διαπέρασε όταν ξανοιχτήκαμε στο πέλαγος και τα σταγονίδια του θαλασσινού νερού που έφτανε ως το επάνω κατάστρωμα κάθε φορά που η πλώρη κτυπούσε πάνω σε κύμα ψηλό-το μελτέμι της Παναγιάς βλέπεις μας συνόδευε - κι ύστερα βουτούσε με τη μούρη ως να ξανανέβει στο επόμενο και μαζί του ν' ανέβει και το στομάχι μου στη θέση του κι ο φόβος μου μαζί.

Δεν θυμούμαι όμως αν κοιμήθηκα κάποια στιγμή, αλλά οι μνήμες μου ξαναρχίζουν τα ξημερώματα πια, όταν, αποβιβαστήκαμε φορτωμένοι βαλίτσες, κουρελούδες, κούτες, τσάντες και τσαντάκια, αφού η μαμά μου είχε φροντίσει και για την ξηρά τροφή μας, ψωμί, ελιές και ντομάτες, ξερά σύκα και παστελαριές, γιατί ήταν παραμονή και νηστεύαμε, αλλά, κουβαλούσαμε και πεσκέσια, παξιμάδια, τουλουμοτύρια, γλυκά του κουταλιού, τσίκουδα, αμυγδαλωτά και...ξυλάγκουρα παρακαλώ, γιατί τα λαχταρούσαν οι συγγενείς που θα μας φιλοξενούσαν, μα στην Αθήνα δεν τα ΄βρισκαν,  

Τότε έπεσαν απάνω μας οι ντόπιοι, άλλος για να σηκώσει τα μπαγκάζια κι άλλοι για να μας προτείνουν, επίμονα και φωνακλάδικα, δωμάτια ευάερα κι ευήλια για να βγάλουμε μια μέρα και μια νύχτα σαν άνθρωποι αφού, ανήμερα κι ύστερα από την λειτουργία και την λιτανεία θα αποπλέαμε αμέσως  από το βαρυφορτωμένο με προσκυνητές νησάκι της Μεγαλόχαρης .

Τραυματικές είναι όμως κι από το κατάλυμά μας οι αναμνήσεις μου.

Ένα παλιό εγκαταλειμμένο σπίτι δίπατο ήταν, μάλλον ξύλινο που έτριζε κι αγαναχτούσε σε κάθε βήμα μας- παγδατί τα λέγανε αυτά τα σπίτια τότε- που το είχαν ανοίξει μόνο για τις μέρες της γιορτής της Παναγιάς. Κι όπως ο κοσμάκης ξεβραζόταν απάνω στο νησί σαν μελίσσι που μεταναστεύει κι  υποδομές φιλοξενίας κατάλληλες και επαρκείς δεν είχαν ακόμη δημιουργηθεί για να φιλοξενήσουν επαρκώς και αξιοπρεπώς τους αμέτρητους προσκυνητές,  όποιος είχε  ακατοίκητο, στάβλο θες, κοτέτσι θες, το βάφτιζε για λίγες μέρες δωμάτιο και το νοίκιαζε σε κάθε ταλαίπωρο κι ανυποψίαστο, ο οποίος, φτάνοντας αξημέρωτα και μέσα στο ραβαΐσι δεν είχε που την κεφαλή κλείνε κι ούτε χρόνο για να κάνει μιζέριες κι επιλογές.

Καταλύσαμε λοιπόν μέσα σ' ένα αραχνιασμένο δωμάτιο του ερειπίου που έτριζε σαν το σπίτι του τρόμου σε λούνα πάρκ και ξαναστρώσαμε τις κουρελούδες και τα σεντονάκια μας στα ράτσα τα αραδιασμένα γύρω-γύρω.

Τώρα θα περιμένετε να σας περιγράψω κι εκείνο το χώρο που σε όλους είναι απαραίτητος...Εκεί ντε που κι ο βασιλιάς πάει μόνος του...Στο αναγκαίο βρε αδερφέ...Καλλίτερα όμως και για το δικό σας καλό, τίποτα να μην σας πω γι αυτό γιατί, μέρα που είναι, θα σας χαλάσω και την όρεξη...

Έλα όμως που είπαμε και δόξα τω Θεώ όταν ξημέρωσε  και βγήκαμε  κι είδαμε τους άλλους σωριασμένους, άγρυπνους, άνιφτους κι αναμαλλιασμένους, να κείτονται στα πεζοδρόμια, στις αυλές και μέσα στον περίβολο της εκκλησιάς όπου εκεί ήταν πια στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλον.

Φυσικά θυμούμαι με φρίκη κι  εκείνους τους πιστούς που είχαν τάξει ν' ανέβουν γονατιστοί από το λιμάνι στην εκκλησιά κι έκαναν το τάμα τους ανηφορίζοντας στα γόνατα τον χωματένιο δρόμο-δεν υπήρχε τότε άσφαλτος κι ούτε ειδικό μονοπάτι στρωμένο με χαλί για τους ταμένους που υπάρχει εδώ και κάποια χρόνια.

Ανέβαιναν λοιπόν, πάνω στα γδαρμένα τους γόνατα που τα είχαν τυλιγμένα με  ματωμένα πανιά κι εγώ συναισθανόμουν τον πόνο που περνούσαν κι η ανατριχίλα με συγκλόνιζε  κι ακόμη με συγκλονίζει.

Θυμάμαι επίσης, τραυματικά, που, ζουλιγμένη κι ασφυκτιώντας μέχρι λιγοθυμιάς, κρατημένη από το φουστάνι της μαμάς μου για να μην την αποχωριστώ, περίμενα ανάμεσα στο πλήθος στη σκάλα του ναού κι ήταν το μαρτύριό μου τόσο ανυπόφορο, που ώρες νόμιζα πως πέρασα εκεί να σβήνω από την πίεση, ανάμεσα στα πυρωμένα από την αυγουστιάτικη ζέστη  και το άγχος κορμιά που με σκέπαζαν. Κι από τότε και γι αυτό μόνο και μόνο, δεν ξαναπήγα στην χάρη Της, παρά μόνο σε ανύποπτο χρόνο και σε ώρες που δεν έχει άλλους προσκυνητές, φοβούμενη  να  ξαναπεράσω το μαρτύριο της συντριβής από το πλήθος.

Θυμάμαι τέλος κι αφού μ' έριξε η θεία μου για να ευλογηθώ κάτω από τη λιτανεία που περνούσε μπροστά μας, ογκώδης βροντώδης και επιβλητική - κι εκεί, από τον  φόβο να καταπατηθώ από τους εύρωστους ναύτες, τους υπέρβαρους ιερείς με τ 'απαστράπτοντα στολίδια τους, μου έφυγε κι η άλλη μισή ζωή μου- όταν σηκώθηκα, μη πιστεύοντας στην τύχη μου και πριν συνέλθω, άκουσα φωνές ουρλιαχτά και κλάματα κι η μαμά μου άρχισε να τρέχει και να με τραβά προς τα εκεί που έτρεχαν κι οι υπόλοιποι  ξεφωνίζοντας; «θαύμα...θαύμα...θαύμα...»

Κι αφού κι εκεί ζουλήχτηκα, καταπατήθηκα, λαχάνιασα, φρίκιασα, αλλά στο τέλος πάλι διασώθηκα, ώ του θαύματος, το πλήθος διαλύθηκε γύρω μας παρασυρμένο σ' άλλα τεκταινόμενα της πανηγύρεως κι είπαν απλώς, πως ένα παιδί είδε το φως του, αλλά εμείς δεν προφτάσαμε να το δούμε.

Αυτά τα λίγα θυμούμαι κι εγώ από το προσκύνημά μου το άγουρο στη χάρη Της στην Τήνο.

Αλλά, τι περιμένει κανείς από ένα παιδάκι οχτώ χρονώ να θυμάται πια;  

 

Αγγελική Συρρή-Στεφανίδου

 


Κυριακή, 14 Αυγούστου 2016

...στο κάστρο...

ΚΑΛΟ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟ!

11912967_10204574697387904_101854345_n.jpg

Σήμερα, παραμονή Δεκαπενταύγουστου, επίμονα αναθυμούμε περασμένες τέτοιες μέρες... Μερικές, δυστυχώς, είναι πια αποξεχασμένες, μα είναι άλλες ανεξίτηλα γραμμένες στη μνήμη μου και πάντα τρέχουν πρώτες να παρουσιαστούν στο προσκλητήριο ολοζώντανες και συγκινητικές. Μια απ' αυτές αποθανατίστηκε στο παρακάτω ποίημά μου που όταν το διβάζω την ξαναζώ έντονα και την αναπολώ ...

alt

ΣΤΗ ΧΑΡΗ ΤΗΣ ΣΤΟ ΚΑΣΤΡΟ

(Από τη συλλογή (Τα ταξιδεμένα).


alt


Από το Πήλιο εχύμηξεν η μπόρα...
Πρώτα στο Κάστρο βρήκε με μανία
κι ύστερα χτύπησε τη λιτανεία
που κατηφόριζε λαμπαδηφόρα.

Άστραφτε κι όλα φέγγιζαν σα μέρα...
Τα δέντρα, η εκκλησιά, και η εικόνα!
Έβρεχε κι έμοιαζε κάθε σταγόνα
σαν δάκρυ για την Πλατυτέρα.

Βροντούσε κι έτριζε το εκκλησάκι.
Στάλες κυλούσαν απ' τα τρύπια κεραμίδια.
Κι όλοι γονατισμένοι στα στασίδια
προσεύχονταν για το μικρό νησάκι.

Χείμαρροι γίνηκαν τα καλντερίμια.
Τρεμόσβηναν οι φλόγες τρομαγμένες
κι άγιες ψυχές, βουβές και ξεχασμένες,
σαλέψανε στου Κάστρου τα συντρίμμια.

Δεκαπενταύγουστος! Παραμονή Αγία!
Στη Χάρη Σου, όσοι πιστοί ήσαν μαζωμένοι
κρυώναν και τουρτουρίζανε βρεγμένοι
μα ...συνεχίζανε τη Θεία Λιτανεία...

Και Συ, από ψηλά, στη δέησή Σου
δεν τους ξεχνούσες κι έστελνες την ευλογία.
Ξέπλενες σαν βροχή την κάθε αμαρτία 
με δάκρυα, 
γονατιστή εμπρός στα πόδια του παιδιού Σου.

Αγγελική Συρρή-Στεφανίδου

11880065_10204574686667636_1577601626_n.jpg

ΣΚΙΑΘΟΣ 14/08/1984


Σάββατο, 13 Αυγούστου 2016

...τ' αυγούστου...

ΑΥΓΟΥΣΤΙΑΤΙΚΑ ΚΑΜΩΜΑΤΑ...


alt

ΑΥΓΟΥΣΤΙΑΤΙΚΑ ΚΑΜΩΜΑΤΑ...

Τούτες τις μέρες του Αυγούστου, σαν κάθε χρόνο, καυτός ο ήλιος τη γη πυρώνει από τα ξημερώματα και τη βουρλίζει με χάδια μαυλιστικά, ματιές εκτυφλωτικές κι αχτίνες φλογισμένες. 
Ούτε τα βράδια η καημένη δεν μπορεί να ξαποστάσει και να κοιμηθεί αφού κι ο παραζαλισμένος ουρανός, ωσάν καθρέφτης καλογυαλισμένος, απάνω της αντανακλά τις φλόγες απ' τους μαγεμένους Γαλαξίες του και το φεγγάρι, καθώς γεμίζει σιγά- σιγά, τις νύχτες κάμνει διάφανες, φωτερές και γλεντοκόπες , τα βουνά υποχρεώνει να ξενυχτούνε παραζαλισμένα κι όλα τα ξεσκεπάζει και τα μαρτυρά, στερώντας τους την προστασία του σκοταδιού που τέτοιες νύχτες, ούτε το μπορούν μα μήτε και τ' αντέχουν. 
Άδικα ψάχνει το λοιπόν, η πλάση λίγη δροσιά κι αναπαμό απ΄ τις εξάψεις, απάνω σε μπαλκόνια αερικά και κάτω από κληματαριές και δέντρα φουντωμένα. 
Τρέχει ο ίδρος της, μυρωδάτος κι ανακουφιστικός, σμίγει με των ανθρώπων των πλανταγμένων, ως τη θάλασσα κυλά και τη ζεσταίνει τόσο, που ολημερίς κι ολονυχτίς πια πάει κι έρχεται κι αυτή κι αναστενάζει ξαναμμένη ερωτικά κι απέ, παίρνει αγκαλιά τις ήσυχες τις αμμουδιές, τους απόκρυφους κόλπους, τα βράχια τ' άγρια και τ' ακρωτήρια τα θυμωμένα και τα μερώνει με χάδια και φιλιά, κάμνει τα χοχλιδάκια και τα νιάτα να τραγουδούν ασταμάτητα και προκλητικά, κι αναμεταξύ τους να τρίβονται αγκρισμένα και να ρωτεύονται αδιάντροπα, εκεί, στην άκρη του γιαλού, μαζί με τα ξελογιασμένα τα τολμηρά χταπόδια και τ' άτακτα καβουράκια.
Μα και τα δάση, τα ρουμάνια κι οι ολόδροσες οι ρεματιές ,κάτω απ΄ του ήλιου την επίμονη πολιορκία, αμέτοχα κι αδιάφορα να μείνουνε δεν δύνανται. Παίρνουν λοιπόν, βαθιές και βουερές ανασαιμιές, καθώς να δροσιστούνε προσπαθούν κι ο αχός από τους αναστεναγμούς τους και τα ψιθυρίσματα, ξυπνάει τα νιόβγαλτα πουλάκια στις φωλιές τους πριν χαράξει κι αρχίζουν να γκρινιάζουν στις μανάδες τους να βγούνε στο κυνήγι του επιούσιου. Σηκώνουνε τον αητό και το γεράκι για να κατέβουνε απ' τις απάτητες κορφές κι από το άγριο τους γιατάκι, στου κάμπου να ψάξουνε την απλωσιά το μερδικό τους, τις πέρδικες, τα κουνάβια, τους λαγούς, τις αλεπούδες και τους σκίουρους, που, αγουροξυπνημένα κι αυτά, απ τα λαγούμια τους ξετρυπώνουν και πάνε να νιφτούνε και να πιούν, ανυποψίαστα, πρωτού τ' ανθρώπου η ανοησία τα εξαφανίσει. Μ' αυτή τη φασαρία όμως και τα τρεχάματα, να που και τα τζιτζίκια, ενοχλημένα, αρχίζουνε το γκρι-γκρι-γκρι πρωινιάτικα κι είναι γνωστό σε όλους πως, σαν η φλυαρία τους πάρει μπροστά, σταματημό δεν έχει.
Ε, πε μου, έτσι πώς να κοιμηθεί κανείς; Πώς να ημερέψει και να ξαποστάσει; Πώς να δροσιστεί και ν' ανακουφιστεί και πώς να βρει την ησυχία και τη σωτηρία της ψυχής του, από τ' Αυγούστου τούτα τα καμώματα;

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΥΡΡΗ-ΣΤΕΦΑΝΙΔΟΥ

Υ.Γ. Η φωτογραφία είναι του φίλου Βαγγέλη Πίκουλα.

Profile

asirri Αγγελική Συρρή-Στεφανίδου

Το προφίλ μου

δέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουνε καθώς τα περιστέρια που σκορπούν οι ναυαγοί στην τύχη κι όταν φέρουν το μήνυμα δεν είναι πια καιρός. Καρυωτάκης

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Αύγουστος 2016
ΚΔΤΤΠΠΣ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031   
μισό καράβι από τη Χιο
και... μην ορκίζεσαι
εκέινη που έφυγε νωρίς
της στεριάς τα κύματα

ΑΡΧΕΙΟ ΘΕΜΑΤΩΝ

Powered by pathfinder blogs