Βιορέτες, κρινάκια και φραγκολαλάδες...
http://www.alithia.gr/column.aspx?Columnsid=10
Η γιαγιά μου η θρήσκα ...
9/3/2010
Μαζί με τη γιαγιάκα μου παρακολουθούσα, ανελλιπώς, τους Χαιρετισμούς τη Σαρακοστή, τις Παρακλήσεις το Δεκαπενταύγουστο, τα Νύμφια και όλες τις ακολουθίες της Μεγαλοβδομάδας, καθώς και τις κυριακάτικες λειτουργίες.
Με κάθιζε στο στασίδι της μόλις μπαίναμε στην εκκλησιά και μούταζε πως θα μου πάρει παστέλι μόλις πει ο παπάς το «δι' ευχών» και μας μοιράσει τ' αντίδωρο. Έπρεπε να χω κι εγώ να περιμένω την ανάλογη ανταμοιβή για την υπομονή μου, στο να μην τρέχω πάνω-κάτω την ώρα της λειτουργίας και να μη βγαίνω στο προαύλιο μαζί με τ' άλλα παιδιά που χαλούσαν τον κόσμο με τις φωνές τους.
Αργότερα, μ' έβαζε να απαγγέλλω το «Πάτερ ημών» και το «Άσπιλε», μπρος στα εικονίσματα, καμαρώνοντας για την ωραία μου απαγγελία και οπωσδήποτε να γονατίζω με σκυμμένο το κεφάλι όσην ώρα ο παπάς έφερνε γύρω την εκκλησία με τα «Άγια των Αγίων».
Μετά τον εσπερινό ή την προηγιασμένη, στο δρόμο της επιστροφής μας στο σπίτι, σταματούσαμε σχεδόν σ' όλες τις πόρτες της γειτονιάς, πότε να πει μια καλημέρα, να ρωτήσει για την καλή υγεία των νοικοκυραίων, να συμβουλέψει για δουλειές και μαγειρέματα, να δώσει το περίσσευμά της σ' όσους δεν είχαν στον ήλιο μοίρα, να μοιράσει το κόλλυβο ή τη «φανουρόπιτα», στην προετοιμασία μα και στην κατανάλωση των οποίων να μην ξεχάσω να επισημάνω τη συμμετοχή μου, οπωσδήποτε.
Ως γνωστόν, όπως κάθε χαρά και γιορτή, έτσι και κάθε εκδήλωση μνήμης και τιμής των τεθνεώτων, ακόμη και στου Ομήρου τα έργα, συνοδεύεται με την παρασκευή και κατανάλωση πλούσιων εδεσμάτων, ώστε, συμμετέχοντας και απολαμβάνοντας, τρώγοντας και πίνοντας οι παρευρισκόμενοι να σιγουρεύονται πως ζουν και να φεύγουν πανευτυχείς!
Για το Σάββατο του «Ψυχού» λοιπόν, που είναι το πρώτο Σάββατο της Σαρακοστής μετά την Καθαρή Δευτέρα, ετοίμαζε η γιαγιά μου το κόλλυβο, να το πάει να το διαβάσει ο παπάς για ν' αναπαυτούν οι ψυχές των κεκοιμημένων, να χαρούν που τους θυμήθηκαν και τους τιμούν οι ζωντανοί, να χαρεί κι ο παπάς το κατιτίς για τον κόπο του, να χαρούμε κι εμείς που τρέχαμε με ανοιγμένα τα μαντηλάκια μας να μας τα γεμίσουν και να τα ξαναγεμίσουν με μυρωδάτα κόλλυβα, μέσα στα οποία χώναμε τα μουτράκια μας για να τ' απολαύσουμε, πασαλειβόμασταν με τις ζάχαρες κι ήμασταν κυριολεκτικά να μας φας!
Ολόκληρη ιεροτελεστία ήταν η προετοιμασία του «συχώριου».
Κατ' αρχάς, «πάστρευαν» το στάρι. Δηλαδή, το ξεδιάλεγαν ένα-ένα σπυρί, μη τυχόν και βρεθεί μέσα είτε πετραδάκι, είτε σκουπιδάκι, είτε άχυρο. Μετά, το 'βαζαν μια νύχτα στο νερό για να μουλιάσει και την άλλη μέρα το 'βραζαν, τόσο όσο να γίνει μαλακό αλλά όχι λιωμένο. Κι αφού το στράγγιζαν και το άφηναν να στεγνώσει, το έβαζαν μέσα σε πιατέλα ή σε κεσέ για να το ετοιμάσουν.
Το ανακάτευαν με κοπανισμένα μοσχοκάρυδα, αμύγδαλα, καρύδια, σταφίδες, σπυριά από ρόδι και κουκουνάρια. Από πάνω το πασπάλιζαν με ζάχαρη άχνη και το στόλιζαν με ασπρισμένη αμυγδαλόψιχα.
Μετά, το 'δεναν μέσα σε κατάλευκο πεσκιράκι και το πήγαιναν στην εκκλησιά, μπρος στο ιερό, όπου μετά τη λειτουργία έβγαινε ο παπάς και το διάβαζε μαζί με τα ονόματα που του 'χαν γράψει σε χαρτάκια, τα «περί αναπαύσεως» όπως λέγανε.
Και να που φθάναμε στην πιο καλή ώρα, όταν μ' ένα πιατάκι του γλυκού μάς τα μοίραζαν κι όλοι, τρώγοντας λέγαμε: «Ο Θεός συχωρέσει τος» και κατευχαριστιόμασταν και νεκροί και ζώντες!
Έκλαψαν λοιπόν ξένοι και δικοί τον πρόωρο θάνατο από εγκεφαλικό της γιαγιάς μου. Γούσουρα το λέγανε τότε και δεν υπήρχαν μήτε τα μέσα, μήτε η βοήθεια από όργανα και επιστήμη, ούτε εντατικές και κέντρα ιατρικά για να τη σώσουν.
Έτσι, μέσα σε μια βδομάδα, ξεψύχησε η γιαγιάκα μου, «νιά και κατανιά», στο κρεβάτι της. Στο ίδιο κρεβάτι που πλάγιαζε με τον σύντροφό της, στο ίδιο που 'φερε και τα παιδιά της στο κόσμο και μέχρι την ύστατη πνοή της, γι' αυτά ήταν η αγωνία και η έγνοια της.
«Πρόσεχε» έγνεφε με νοήματα στη μαμά μου, αφού το στόμα της είχε στραβώσει και δε μιλούσε. «Πρόσεχε» της έλεγε με τα μάτια της, γιατί η μαμά μου ήταν έγκυος στον αδελφό μου.
Κι άλλοτε, ψιθυρίζοντας ακαταλαβίστικους φθόγγους, τους έλεγε να βάλουν να φάει ο Στεφανής, ο γιος ο μικρός, που με τις κακοκεφαλιές του είχε βάλει το χεράκι του στο γουσούριασμά της.
Έμεινε ο καημένος ο σύντροφός της έρημος και του 'μελλε να περάσει μοναξιά είκοσι πέντε χρόνων, έχοντας μόνο τις αναμνήσεις παρηγοριά κι εκφράζοντας ένα μόνιμο παράπονο σαν επωδό στην κάθε του κουβέντα: «Αχ Ερηνιώ, γιατί μου το καμες ...γιατί ...;»
Ήταν αγαπημένο ζευγάρι ο Γιώργης κι η Ερηνιώ, παρ' όλες τις διαφορές τους στην ιδιοσυγκρασία και την ανατροφή, γιατί εκείνη ήταν γυναίκα προσεκτική κι από τη φύση της σώφρων και διαλλακτική κι έτσι εξισορροπούσε την αδιαλλαξία και το υπέρμετρο «εγώ» το δικό του και την ανατολίτικη επιρροή στην ανατροφή του, που ήθελε τη γυναίκα «υπό» και τον άντρα αδιαμφισβήτητο κυρίαρχο κι αφέντη.
- «Τη θυμούμαι», έλεγε η μαμά μου, «να ξεκινά νωρίς-νωρίς για τη Χώρα, όπου πήγαινε να ψωνίσει τ' απαραίτητα του σπιτιού, τα ρούχα των παιδιών κι αργότερα τα προικιά των κοριτσιών, γιατί όλες οι άλλες υποχρεώσεις ήταν αντρική ευθύνη και δεν την απασχολούσαν».
Καλοντυμένη και στολισμένη με τα μπουμπάρια, τις καδένες, τα παρασόλια, τα γάντια, τις πούντρες και τα πατσουλιά της, αρχόντισσα σωστή, με πλούσιο στήθος και παράστημα σεβαστό!
Είχε γλυκά μάτια, στόμα μικρό -προτέρημα της εποχής- κι ευχάριστη φυσιογνωμία.
Μα αυτό που την έκαμνε ξεχωριστή, σεβάσμια κι αγαπητή, ήταν η καλοσύνη της, οι χαμηλοί της τόνοι κι η αγάπη που 'δινε σ' όλους τους αδικημένους και στερημένους από τη φύση και τη ζωή.
Κακό λόγο δεν είχε για κανέναν και κανενός δεν παρεξηγούσε τις μικρότητες, τις αδυναμίες και τις ανεπάρκειες, παρά σ' όλους έδινε άφεση και συχώριο, μαζί μ' ό,τι μπορούσε υλικό, που θ' ανακούφιζε και θα γιάτρευε την ένδεια την ουσιαστική μα και τη συναισθηματική τους.
Γι' αυτό έβλεπες τους πιο αλλοπρόσαλλους ανθρώπους στην πόρτα της.
Παπάδες, καλογριές, γιατροί και δάσκαλοι, μα και ζητιάνοι, γύφτισσες και κατατρεγμένοι, απόκληροι της ζωής και της κοινωνίας έτρεχαν στην κυρά Ερηνιώ.
Περνούσε απ' το στεναδάκι κάτω από τη σκάλα της, με το σακούλι του κρεμασμένο στην καμπούρα του, το Στελάκι ο Θολοποταμούσης, ο γραφικός και κλασικός παρίας, ανακάτεμα μποεμισμού, υπαρξισμού και σεξουαλικής ιδιαιτερότητας και φώναζε δυνατά από κάτω από τη σκάλα, προληπτικά κι από φόβο μην τύχει και πέσει πάνω στον παππού μου και τον προγκήξει.
- «Κυρία ... Καλέ κυρία ... Κυρία ...»
Έβγαινε η γιαγιά μου στο κεφαλόσκαλο και του 'λεγε:
- «Έλα ... Έλα ...» και βαστούσε στα χέρια της πότε ένα πιάτο φαΐ, πότε μια χαρτοσακούλα με φρούτα και τρόφιμα κι άλλοτε κανένα τριμμένο παντελόνι, καμιά φανέλα παλιά ή το σακάκι που δεν το 'θελαν πια οι άντρες.
Αφού λοιπόν έτρωγε κι έπαιρνε και το κατιτίς του το Στελάκι, της έλεγε χίλια συχώρια για τα πεθαμένα της και χίλιες ευχές για τα ζωντανά της κι όταν ξεκινούσε να φύγει σέρνοντας τα παλιοπάπουτσά του, της ξεφούρνιζε και το τελευταίο:
- «Καλέ κυρία, μπας έχεις να μου δώκεις καμιά γκυλόττα:»
- «Βρε τον αθεόφοβο ...» γελούσε η γιαγιά μου σαν το 'λεγε το βράδυ στη βεγκέρα. «Ακούς, να μου γυρεύει και κιλότα!»
Μα αυτός ήξερε κι άλλον τρόπο, ανορθόδοξο, για να βρίσκει κιλότες. Τις έκλεβε τα βράδια απ' τα σκοινιά που τις άπλωναν οι γυναίκες να στεγνώσουν, μια και τη μέρα ήταν ντροπή ν' ανεμίζουν εκτεθειμένες και να γίνονται στόχος σε οικείους και περαστικούς, έτσι μεγάλες που ήταν σαν φουσκωμένα ιστία!
Βιορέτες, ζουμπούλια, κρινάκια και φραγκολαλάδες ...
11/3/2010
Ύστερα, άνοιγαν κι οι φραγκολαλάδες - οι άγριες τουλίπες - που σήκωναν το λυγερό κορμάκι τους ανάμεσα στις κουκιές, στο κτήμα του Σταμάτη και πλημμύριζαν μέσα σε μια νύχτα, σαν κατακόκκινη θάλασσα, τη μικρή ρεματιά.
Ξυπνούσα και κοιμόμουν με τη λαχτάρα τους. Ώρες ατέλειωτες παραφύλαγα το Σταμάτη, πότε θα μαζέψει το τσατάλι και το σκαλιστήρι του για να φύγει και τότε να τρέξω, με καρδιοχτύπι και τρομάρα, να κόψω μια χεριά φραγκολαλάδες.
Γιατί, μια φορά που ξαναγύρισε, με τσάκωσε στα πράσα κι έμπηξε τις αγριοφωνάρες πως του τσαλαπατώ τα σπαρτά κι αλίμονό μου αν με ξαναβρεί στο χωράφι του, θα το πει στον παππού μου ...
Ακόμα αναρωτιέμαι, αν πράγματι λογάριαζε τα κουκιά του ή το 'καμνε από παραξενιά και μιζέρια.
Αν μ' άφηνε να μαζέψω με ησυχία τους λαλάδες, εγώ θα πρόσεχα πολύ κι ούτε μια κουκιά δε θα πατούσα κι ούτε ένα κουκί δε θα πείραζα. Αντίθετα, καλό θα 'καμνα στα σπαρτά, αφού θα τα καθάριζα από τα ζιζάνια.
Όσο όμως φοβόμουνα κι ορμούσα μάνι-μάνι ν' αρπάξω τον «απαγορευμένο ανθό», τόσο και περισσότερες κουκιές τσαλαπατούσα στη βιάση μου και πιότερο πλήθαινε η λαχτάρα μου για τους φραγκολαλάδες, που λες πως από πείσμα φύτρωναν μόνο στο χτήμα του Σταμάτη, κάθε χρόνο και πιο πολλοί!
Μέσα σε λίγες μέρες, δεν έμενε σπιθαμή γης που να μην ανθίσει, ούτε γλάστρα και παρτέρι που να μη γεμίσει χρώματα.
Τα κατακίτρινα λουλουδάκια στα «τσιμπητά» οργίαζαν, οι μπλε μαργαρίτες με τις πορτοκαλιές καρδούλες στις αγριοραδικιές, έλαμπαν σαν αυγινά αστέρια, άσπρα ντελικάτα ανθάκια σε ταξιανθίες γέμιζαν τους αγρούς σαν δανδελένιες ομπρελίτσες, τα λουλούδια στις κουκιές που έμοιαζαν σκυλάκια και μοσχομύριζαν, τα μη με λησμόνει τόσο μικρά και ταπεινά, μα τόσο ρομαντικά και τρυφερά, να τονίζουν μοβ πινελιές στο πράσινο φόντο, οι άσπρες φρέζες με τη μεθυστική ευωδιά να κάνουν κατοχή στις αυλές και στα μπαλκόνια κι άπειρα άλλα μικρολούλουδα, που το καθένα τους ήταν ένα μικρό θαύμα κι όλα μαζί ο Παράδεισος!
Κι ήταν πράγματι μια γωνιά του Παραδείσου εκείνη η πλαγιά, ανάμεσα στα χωράφια του παππού μου και στο αμπέλι του Μελιώτη, πάνω από το δρομαλάκι που ξεκινούσε από την Αγία Τριάδα κι έφθανε ως το πηγάδι, κοντά στο σπίτι του Ψιακή.
Εκεί, τα μαρτιάτικα απογεύματα λαμποκοπούσαν τα κάλλη της ζεσταμένης γης, στολισμένα με ζαφείρια και ακουαμαρίνες, καθώς οι μικρές μπλε-μοβ ίριδες τρεμούλιαζαν και ριγούσαν κάτω από τα φτερά της πεταλούδας και της μέλισσας, που τις πολιορκούσαν επίμονα και τρυγούσαν το μέλι της νιότης τους.
Χρώματα, μυρωδιές, σχήματα, φως κι όλο εκείνο το παραμυθένιο υλικό που οι χρωστήρες των ζωγράφων κι οι πένες των ποιητών δούλεψαν και το μετουσίωσαν σε εικόνες και τραγούδια, για μας ήταν καθημερινότητα!
Εκείνη η μακάρια, πολύτιμη καθημερινότητα, που πλουσιοπάροχα δώρισε στις παιδικές ψυχές μας τρυφερά ερεθίσματα, θείες παραστάσεις και ιδανικά βιώματα, μαζί με ανεκτίμητα κι ευχάριστα αποκτημένες γνώσεις για τη ζωή, τη φύση, τη δημιουργία κι αυτές τα θησαύρισαν, όλα εκείνα τ' αμύθητα πλούτη κι έτσι τώρα μπορούν κι αντέχουν να ξοδεύονται στα πολυδάπανα ταξίδια και τις εξοντωτικές διαδρομές της σκληρής πραγματικότητας του σήμερα.
Ευαγγελισμοί κι εορτασμοί ...
Ύστερα απ' τον οργασμό της ξανανιωμένης φύσης μες στου Μαρτιού την αγκαλιά, η αδάμαστη ζωή ξυπνούσε και παραδίνονταν στη ζεστή πολιορκία του ήλιου που την πλησίαζε, σαν γυναίκα σε οίστρο, για να τη γονιμοποιήσει με χάδια καρποφόρα.
Για πέστε μου πώς να μείνουν οι καρδιές των πλασμάτων ανεπηρέαστες και αδιάφορες σε τέτοια κοσμογονία;
Σκιρτούσαν λοιπόν στα πρώτα χρυσοπόρφυρα ηλιοβασιλέματα, ευαίσθητα και ρομαντικά, έψαχναν να βρουν διέξοδο σ' εμπνεύσεις, δημιουργίες, έρωτες και πάθη κι ύστερα, ασυμμάζευτα κι ορμητικά, έμπαιναν μές στο πανηγύρι της δράσης και της κατάκτησης κι απαιτούσαν ανυποχώρητα τα δικαιώματά τους στη χαρά, την επιτυχία, την αγάπη, την ελευθερία.
Κι είναι ολοφάνερο, πως αυτές οι αλλοπρόσαλλες ορμόνες του ανήλικου Μάρτη, που τον κάνουν να μην ξέρει πού το πάει και ως πού, είναι που τον ανάδειξαν σε σύμβολο και ορόσημο σπουδαίων γεγονότων και συγκυριών.
Μάρτης ήταν όταν πλημμυρισμένος από αγάπη ο Θεός, μεθυσμένος από τ' αρώματα του παραδείσου που 'χε δημιουργήσει και τον ονόμασε «Γη», αποφάσισε να συγχωρήσει πια κι αυτό το αδύναμο δημιούργημά του και να του ξαναδώσει την εύνοια που του 'χε στερήσει, εξαιτίας της γνωστής παρακοής των προπατόρων του, των πρωτοπλάστων.
Αμέσως, έστειλε άγγελο, με κρίνο λευκό, για να μηνύσει συμβολικά στην παρθένα της Ναζαρέτ, τη Μαρία, τη χαρμόσυνη είδηση της άπειρης προσφοράς και της μεγαλοσύνης του.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
Της Αγγελικής Συρρή - Στεφανίδου
http://aggeliki-sirri.pblogs.gr/






























![skitso_xartaetou[1].jpg](http://aggeliki-sirri.pblogs.gr/files/f/309804-skitso_xartaetou[1].jpg)

































































RSS: