Αγγελική Συρρή - Στεφανίδου

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2012

Αφιερωμένο...

pyr_mar_09-5-1.jpg

-Αφιερωμένο σ' όσους, με πάθος αλλά και δέος, χρησιμοποιούν τις λέξεις και της ψυχής τους το αμάλγαμα ως να ολοκληρώσουν έστω κι ένα ποίημα.

-Σ' όλους,  εκτός από τον Κωνσταντίνο Δημητριάδη, που πίσω από το ψευδώνυμο «Ντίνος Χριστιανόπουλος» και χρησιμοποιώντας την ιδιαιτερότητα και την πρόκληση σαν βασικό εργαλείο και υλικό για τα έργα και την στάση του στην ζωή, προσβάλλει και απαξιώνει δομές κοινωνικές, ανθρώπους που μοχθούν για το μεροκάματο  και θεσμούς που ανέκαθεν τον κότινο έχουν  σύμβολο και στόχο.

 

ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ

 

Ωραία, τρυφερή ψυχή.

Πονετική καρδιά.

Ολόρθο, απροσκύνητο πνεύμα.

Του αδύνατου αδελφέ.

Γιε της ανιδιοτέλειας.

Φίλε της αντρειοσύνης.

Εσύ, που με το λυρισμό της πένας

και της έμπνευσης τον παλμό

μετουσιώνεις τ' ανθρώπινα σε θεϊκά

και κατεβάζεις την αγάπη του Θεού στη γη

σαν Μάννα,

εσένα λένε  «ποιητή»...

Εγώ, σε λέω δωρητή

ανάτασης ψυχής,

πνεύματος έκστασης,

συνείδησης, ελευθερίας,

γαλήνης και αυτάρκειας,

πληρότητας και ομορφιάς,

δέους και κατανόησης,

μνήμης κι ευγνωμοσύνης.

Της Χάρης του Θεού. 

Της ευλογίας της Φύσης. 

Του Σύμπαντος της σύλληψης.

Της ταπεινής ανωτερότητας

και της ιδανικής ταυτότητας,

σε λέω τροφοδότη.

 

Για σένα λέω ποιητή ...

Που, μοναχός πορεύεσαι ομπρός

απ' αρχηγούς και Βασιλείς,

στρατάρχες, κοσμοκράτορες

και επιστήμονες και Κροίσους,

όλο και πιο ψηλά ανεβαίνοντας,

χαρίζοντας,

στ' αθόρυβο το πέρασμά σου

- που στους αιώνες διαμορφώνει

τ' αχνάρια του πολιτισμού

και καλουπώνει της ανθρώπινης υπόστασης

το τέλειο σχήμα-

 όσα, αγόγγυστα εσύ τα κουβαλάς,

τα θρέφεις με την αγωνία σου

 και με το φως σου τα ζεσταίνεις

κι ώρα την ώρα, με οδύνες,

τα γεννοβολάς και τ' ανασταίνεις,

 προς χάριν του ανθρώπου

σαν Προμηθέας και σαν Χριστός!

 

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΥΡΡΗ-ΣΤΕΦΑΝΙΔΟΥ

 

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ΕΣΕΝΑ ΠΑΤΕΡΑ...

 1019-koliba-by-doctor.jpg

( Ο ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΠΟΥ ΕΙΧΑ ΓΡΑΨΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ ΣΤΙΣ 21-1-2002)

Αγαπημένε,
 μες στο γαλήνιο πρωινό
επήρες την απόφαση
να μας αφήσεις ...
Δεν το θελες
-ως φαίνεται-
να ξαγρυπνήσομε
και να σκιαχτούμε.
Έννοια σου πάντα πρώτη,
το καλό μας ...
Διακριτικά μας άφησες λοιπόν
κι έφυγες,
παρέα με τους φίλους
που χες διαλέξει
και στη ζωή
συνοδοιπόρους:
Αξιοπρέπεια-ανθρωπιά-τιμιότητα
-
και ταπεινοφροσύνη.
Οι πρώτες ρόδινες αχτίνες του ήλιου,
σε πήρανε στο άρμα τους
κι από κοντά,
σε συντροφέψανε τιμητικά,
ο πόνος, η στοργή μας
και ο σεβασμός της κοινωνίας.
Κοντά μας, άφησες προσωρινά,
την ακριβή σου μνήμη,
παρηγοριά μας να ναι,
ως να ξανασυναντηθούμε.
Μ' αλίμονο ...
Καμιά χαρά δεν θα' ναι σαν και πρώτα
χωρίς εσένα ...
Όμως, αξέχαστο
και αναντικατάστατα μοναδικό
θα σε κρατούμε στην καρδιά μας
και σ' ευχαριστούμε
που μας χάρισες
τη σιγουριά σου, την αγάπη σου
και τόση περηφάνια.
Σ' ευγνωμονούμε
και για την πολύτιμη κληρονομιά σου:
το όνομά , το παράδειγμα και την ευχή σου.
Καλό ταξίδι
και καλή αντάμωση
Αγαπημένε.

Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2012

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά κι αρχή καλός μας χρόνος….

 LS015486.jpg

Με όλη μου την αγάπη σε όλους τους φίλους.

76132636.jpg

Η άφιξη ...

Γέρνοντας πάνω από του νεογέννητου τον λίκνο, γεμίζει η ψυχή, δέος δυσθεώρητο για του Θεού το έργο, θαυμασμό απροσμέτρητο για της ζωής το χάρισμα, χαρά απερίγραπτη για του ατίμητου αποκτήματος την κτίση κι αγάπη αγνή, ανυστερόβουλη για της συνέχειάς μας την προσωποποίηση.
Ύστερα από λίγο όμως, πλησιάζει ύπουλα κι απρόσκλητη η αγωνία η βασανιστική για το αύριο του το αβέβαιο και τ' άγνωστο, η προσδοκία η οραματίστρια για τα όσα σπουδαία και λαμπρά θα κατορθώσει και θα φθάσει, μετά η ελπίδα η φτερωτή για να κρατήσει τις ισορροπίες και να μερέψει τα άγχη και τελικά, ασφυκτικά, μας αγκαλιάζει η αμφιβολία η άπονη, ζητώντας απαντήσεις σ' ερωτήματα οδυνηρά όπως : «μπορείς», «θέλεις», «θα λυγίσεις», «θα πολεμήσεις», «θα αντέξεις», «θα δοθείς», «θα παραδοθείς», «θα θυσιαστείς», «θα αλλοτριωθείς», «θα ματώσεις», «θα αρνηθείς», «θα απαρνηθείς», «θα σταυρωθείς», «θα αναστηθείς», εξ' αιτίας του και για χάρη του;
Φρικιώντας κι έντρομος πισοπατείς για μια στιγμή κι είσαι έτοιμος να το βάλεις στα πόδια. Μα, καθώς η αθώα του ματιά τυχαία συναντιέται με τη δική σου, τα χειλάκια του χαράζουν σ΄ ένα χαμογέλιο φευγαλέο-μήνυμα μυστικό και τα μικροσκοπικά του δαχτυλάκια σφίγγουν το δικό σου θέλοντας, απ΄ τη μια να σε διεκδικήσουν κι απ' την άλλη να σου μεταδώσουν την σιγουριά τους για το μέλλον, τότε, σταματάς, γονατίζεις , δοξάζεις, ευχαριστείς, υπόσχεσαι, παραδέχεσαι, και παραδίνεσαι!
Είθε να μας αξιώνει κάθε χρόνο η θεία χάρη σε τέτοια χαρίσματα και συναπαντήματα με την ελπίδα και του μέλλοντος τα ξημερώματα, έστω κι αν ο φόβος του ξεκινήματος κι η αβεβαιότητα του τολμήματος μας κρατούν μετεώρους, πάνω στο τεντωμένο σχοινί της καθημερινής ακροβασίας και δίχως το δίχτυ ασφαλείας μάλιστα.

(απόσπασμα από το έργο μου "λες και ήταν χθες" κι από τον μήνα Ιανουάριο)

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Δώρα της Ζωής και της Γης...

573857-28402037.jpg

Επειδή η ζωή μας  και η γη πάνω στην οποία την ζούμε είναι μοναδικές, υπέροχες και μας έχουν χαριστεί, μην ξεχνάτε να τις απολαμβάνετε αλλά και να τις εκτιμάτε, να τις χαίρεστε αλλά να μην τις εξαντλείτε και να τις αγαπάτε έστω κι αν γνωρίζετε πως δεν σας ανήκουνthumb_trabouka.jpg

 

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ

ΜΕ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΧΑΡΑ

 

            ΝΑ ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΕΤΕ ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΗΣ

 

                                                   90591861.jpg

ΜΕ ΑΓΑΠΗ

       ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΥΡΡΗ-ΣΤΕΦΑΝΙΔΟΥ

 

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

Να το λυπάστε...

85469656.jpg

 

"Το έθνος να λυπάστε αν φορεί ένδυμα  που δεν το ύφανε.
Ψωμί αν τρώει αλλά όχι απ' τη σοδειά του.
Κρασί αν πίνει, αλλά όχι από το πατητήρι του.
Το έθνος να λυπάστε που δεν υψώνει τη φωνή παρά μονάχα στη πομπή της κηδείας.
Που δεν συμφιλιώνεται παρά μονάχα μες τα ερείπιά του.
Που δεν επαναστατεί παρά μονάχα σαν βρεθεί ο λαιμός του ανάμεσα στο σπαθί και την πέτρα.
Το έθνος να λυπάστε που έχει αλεπού για πολιτικό, απατεώνα για φιλόσοφο, μπαλώματα και απομιμήσεις είναι η τέχνη του.
Το έθνος να λυπάστε που έχει σοφούς από χρόνια βουβαμένους."
 
 
      "ο Κήπος του Προφήτη" . 1923 !!      Xαλίλ  Γκιμπράν  (1883-1931)

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

Μη σκύβετε και μη φοβάστε...

84750015.jpg

Μη σκύβετε και μη φοβάστε ...;

 

 

 

Τόση αδιαντροπιά! Τόσα ψέματα! Τόση υποκρισία! Τόσα ρεζιλίκια! Τόση φαυλότητα! Τόσοι εκβιασμοί! Τόσο θέατρο!

Και ...;

Πόσα αρπαχτικά; Πόσοι μιζαδόροι; Πόσοι αφιλότιμοι; Πόσοι διαπλεκόμενοι; Πόσοι προδότες; Πόσα λαμόγια; Πόσοι συμφεροντολόγοι;

Αλλά και...

Τόσοι ραγιάδες! Τόσοι γονατισμένοι! Τόσοι κιοτήδες!  Τόσοι εαυτούληδες! Τόσα ψοφίμια!

Και ...;

Πόση απάθεια; Πόση ηλιθιότητα; Πόση ανοχή; Πόσος φόβος; Πόση κακομοιριά; Πόση αδυναμία;

 

Δυστυχώς, οι κάθε λογής και θέσης «ΕΦΙΑΛΤΕΣ» (πολιτικοί, βασιλιάδες, χουντικοί, ψευδοσωτήρες και λαοπλάνοι), εκμεταλλευόμενοι την αθωότητα, την αμάθεια και την λαχτάρα του λαού να ζήσει μια καλλίτερη και πιο εύκολη ζωή, άφησαν  τους «ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ» ( δανειστές, υπονομευτές, καθοδηγητές, εχθρούς και φίλους) να περάσουν αμαχητί και μεταμφιεσμένοι σε σωτήρες,  να εκμαυλίσουν, να υπονομεύσουν, να διαμελίσουν, να ξεπουλήσουν και να εξευτελίσουν την ΠΑΤΡΙΔΑ και το ΕΘΝΟΣ μας, εμποδίζοντας αυτή την φυσική του εξέλιξη προς την γνώση, την παιδεία και την ανάπτυξη, συστηματικά, προδοτικά και προς ίδιον συμφέρον.

Κι όχι μόνο την εμπόδισαν, αλλά και την υπονόμευσαν και την απαγόρευσαν πολλές φορές μάλιστα, για να μην «ανοίξουν τα μάτια» του λαού, που όσο τον είχαν στην άγνοια και τον ευδαιμονισμό φυλακισμένο, μπορούσαν να του περνούν, να του επιβάλλουν και να τον καταδικάζουν στην απώλεια του μέλλοντός, του δικού του και των παιδιών του .

Σήμερα, που η παγκοσμιοποίηση και τα συμφέροντα των πολύ ολίγων μας έχουν οδηγήσει στον τελευταίο όροφο ενός σύγχρονου ΠΥΡΓΟΥ της ΒΑΒΕΛ-που πιο ψηλά είναι αδύνατον να πάει-είναι ολοφάνερο πως,  όσο κι αν οι κοινωνίες των λαών  αντιστέκονται, όσο κι αν ακόμη κι οι πιο απλοί άνθρωποι μπορούν  να βλέπουν το χάος να είναι ο μονόδρομός τους, δυστυχώς, είναι τόσο τρομαγμένοι και τόσο συνηθισμένοι στην αδυναμία τους και την παθητικότητά τους, που και την κατάρρευση του ΤΕΡΑΤΟΥΡΓΉΜΑΤΟΣ θα την δεχτούν σαν αναπόφευκτη και θα την υποστούν.

Όσοι δε  θα επιζήσουν, με σκυμμένο το κεφάλι και σαν κάθε φορά, θα μαζέψουν τα συντρίμμια τους, για να ξανακτίσουν ένα μέλλον πάλι αβέβαιο και πάλι υποθηκευμένο στων αφανών αφεντάδων τις αδηφάγες κι ακόρεστες ορέξεις, που θα περιμένουν-εφαρμοσμένη τεχνική τους- κρυμμένοι πίσω από κινήματα, κόμματα, εξαγγελίες, υποσχέσεις και δήθεν οραματισμούς, μέχρι να γεμίσει πάλι φασούλι το φασούλι, του κοσμάκη το σακούλι, για να του τα ξαναρπάξουν, προβάλλοντας  τρόπους και λόγους, όπως, αποκατάσταση, άμυνα, επέκταση, εξέλιξη, χρηματιστήριο, ασφάλιση κι άλλα που δεν έχουν εφεύρει ακόμη.

Το σίγουρο είναι λοιπόν πως κι εγώ κι εσύ θ' αποδεχτούμε, θέλοντας και μη, το haircut του όποιου μισθουλάκου μας και της   όποιας σύνταξής μας, για τα οποία μια ζωή  μοχθούσαμε και η μόνη αντίσταση που μας απομένει, είναι να αρνούμαστε την υπερκατανάλωση,  στερώντας τους πόρους, αλλά και με την αποστροφή μας από κάθε  μορφής και ιδέας εξουσία, να τους αποδυναμώνουμε  και να τους απαξιώνουμε.

Επίσης και επ' ουδενί να μην πιστεύουμε τους εκβιασμούς και τους εκφοβισμούς τους, όταν μας κουνούν μπροστά μας, σαν κόκκινο πανί, μια δήθεν «χρεοκοπία». Όλοι τους είναι προ πολλού χρεοκοπημένοι κι εμείς  πρώτοι απ' όλους, αφού πάνω στα δικά μας παθήματα, «δειγματίζουν» τα δικά τους καμώματα.

Κάθε επιπλέον στέρηση που μας ζητούν για να μην πτωχεύσουμε, είναι χειρισμός για να μαζέψουν όσα περισσότερα προφταίνουν για τη μαύρη καταβόθρα τους.

Εγώ θέλω να στερηθώ αλλά μόνο για το καλό και την ευημερία του σπιτιού μου-εν προκειμένω της χώρας μου- κι όχι για το όφελος των τραπεζών και των τοκοχρεολυσίων τους. Αυτοί που συνομολόγησαν τα δάνεια και τους τόκους τους, να τα ξεπληρώσουν.

Τα χαράτσια είναι για τους ραγιάδες κι όχι για τους ελεύθερους πολίτες που μόνο με την ανεπηρέαστη από τον φόβο, την πείνα και το σκοτάδι ψήφο τους, θα αποφασίσουν πώς  και ποιοι θα σχεδιάσουν και θα διαπραγματευτούν το ειρηνικό και αξιοπρεπές μέλλον τους.

Μη σκύβετε το κεφάλι λοιπόν στις απειλές  και στον εκφοβισμό.

Οι πολλοί είμαστε εμείς.

Εμείς αποφασίζουμε κι αυτοί εκτελούν.

Δώστε τους το να το καταλάβουν, αγέρωχα και τολμηρά κι ας το χωνέψουν επιτέλους.

Προσωπικά, βέβαια,  έχω τη συνείδησή μου ήσυχη, αφού, τουλάχιστον και κατά την δύναμή μου, μέσα από τα ποιήματα και τα γραφτά μου, έχω διατυπώσει, προ πολλού, τις αντιρρήσεις και την αποστροφή μου γι΄ αυτούς και τα συστήματά τους, αλλά και γιατί,  μήτε χειροκρότησα κανέναν, απ' όσους, κατά καιρούς το «ΣΥΣΤΗΜΑ» μου παρουσίαζε σαν σωτήρες και σαν πρότυπα, μήτε ακούμπησα τα όνειρά μου και την εξέλιξή μου σε κανενός κίβδηλου και λαοπλάνου τις υποσχέσεις, παρά, διαβάζοντας και μελετώντας την ιστορία του κόσμου, είδα πως επαναλαμβάνεται, μια και παίρνει συνεχώς συγχωροχάρτι από τους αμνήμονες κι «ωχαδερφιστές», που δεν μπαίνουν στον κόπο μήτε να προβληματιστούν μήτε να σκεφτούν καν, αποδεχόμενοι των επιτηδείων  τα μηνύματα και τις γραμμές, προτιμώντας μια πρόσκαιρα καλοπέραση και ευδαιμονία.

Όλα τα παραπάνω όμως δεν με απαλλάσσουν από το μερίδιο της ευθύνης μου, που είναι η συνεχής  εγρήγορση και η αδιάκοπη αντίσταση.

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Εις ανάμνησιν...

(Απόσπασμα από το μυθιστόρημα "Της στεριάς τα κύματα", έκδοση Εμπειρία Εκδοτική, 2002).

..........................................................................................................................................................................................

    Την τράβηξε πάλι ο Αρίστος και βγήκαν στην Πατησίων, προχωρώντας ανάμεσα σ' ανθρώπους, που άλλοι από περιέργεια κι άλλοι από ενδιαφέρον, περιφέρονταν άφοβα στα πεζοδρόμια, στις γωνίες και στις διαβάσεις της Στουρνάρη και της Τοσίτσα κι έπιανε τ' αυτί της, για πρώτη φορά ολοκάθαρα, λέξεις σκόρπιες και φράσεις ολοκληρωμένες, δια νόμου απαγορευμένες, που μόνο στα κρυφά είχε ξανακούσει και τις είχε δει γραμμένες στους τοίχους με κόκκινη μπογιά:

«Θάνατος στους φασίστες», «Κάτω η χούντα», «Ψωμί - παιδεία - ελευθερία».  Έβλεπε αστραπές ολοπόρφυρες από μαντήλια κόκκινα δεμένα σε μαυρισμένους λαιμούς, που φώναζαν κι ούρλιαζαν τόσο, ώστε οι φλέβες τους τεντωμένες, σχημάτιζαν πράσινες λάμψεις ελπίδας στη διαδρομή τους, κι από κόκκινα γαρύφαλλα π' ανέμιζαν χέρια απαιτητικά, αργότερα τούτα τα γαρυφαλλάκια σαν τις οι βούλες απ' το αίμα των αγωνιστών, ποδοπατήθηκαν κι έμειναν ν' αργοπεθαίνουν στις πλάκες των πεζοδρομίων και τ' οδόστρωμα, πρωτοπόροι και πρωτομάστορες της άνοιξης και της νίκης.

    Μπήκαν στο προαύλιο από την είσοδο της Μπουμπουλίνας.

    Ο Αρίστος ήξερε που πήγαιναν, εκείνη όχι.  Είχε αφεθεί να παρασύρεται μαγεμένη από το έντονο συναίσθημα όλων που την τριγύριζαν φωνάζοντας, χειρονομώντας, διεκδικώντας, μεθώντας απ' το πιοτό της αποκοτιάς τους και δυναμώνοντας από την ισχύ της αγανάχτησής τους, ρουφώντας ως τον πάτο το νέκταρ της πίστης τους και ξεδιψώντας απ' τη δροσιά της αψάδας τους.

    Δεν ήταν αγώνας τούτος, δεν ήταν ξεσηκωμός, ούτε επανάσταση, ούτε διαμαρτυρία...

    Γλέντι ήταν, χαροκόπι, μεθύσι και διασκέδαση, στην οποία εργάτες, φοιτητές, νέοι, συνταξιούχοι κι όλος ο λαός συμμετείχε ενθουσιασμένος, συνεπαρμένος, ευτυχισμένος.

    Αρχικά έμεινε για ώρα μαζί με τον Αρίστο, αν και καθώς τριγύριζαν, προσπαθώντας να πλησιάσουν για να μπουν στο κτίριο, στις αίθουσες, στα εργαστήρια ή στα αμφιθέατρα, συναντούσαν πολλούς φίλους και γνωστούς κι απ' αυτούς άκουγε μηνύματα, ειδήσεις και προτροπές που δεν ήξερε αν έπρεπε να τις λογαριάζει ή να προσανατολίσει τις προσπάθειές της μόνο για να ψάξει και να 'βρει τον Μικέλο, που όλοι την διαβεβαίωναν πως τον είδαν να τρέχει πότε εδώ, πότε εκεί, για να συντονίζει ανθρώπους και πράγματα.

    Ξαφνικά διαπίστωσε πως είχε κιόλας σκοτεινιάσει.  Παρασυρμένη απ' όσα έβλεπε κι άκουγε, είχε χάσει τελικά κάθε συναίσθηση τόπου και χρόνου.  Περνούσαν τα τρόλεϊ κι από τα παράθυρα οι επιβάτες τους πετούσαν τσιγάρα, σοκολάτες, μπισκότα, ασπιρίνες, σπίρτα κι αναπτήρες κι άλλα διάφορα κι αλλοπρόσαλλα πράγματα.

    Κι όσο περνούσε η ώρα, οι συγκεντρωμένοι εκεί γύρω αυτοσχέδιοι αγωνιστές και μη, μαζί και οι περίεργοι κι οι περαστικοί, πλήθαιναν τόσο που τα τροχοφόρα δεν έβρισκαν πια τόπο να περάσουν και τα περισσότερα φαινόταν στάσιμα ανάμεσα στα πλήθη.

    Γύρω της το προαύλιο έβραζε κυριολεκτικά από λογιών δραστηριότητες κι άλλοι φώναζαν, άλλοι έδιναν εντολές κι άλλοι έτρεχαν να τις εκπονήσουν.

    Είχαν μαζέψει από τα γύρω δέντρα τα νεράντζια και τα λεμόνια σε σωρούς, αντίδοτα για τα δακρυγόνα κι άλλοι ετοίμαζαν τις μολότοφ με ξυραφάκια και καρφιά, έτοιμοι να επιτεθούν έτσι κι οι μπάτσοι τολμούσαν να κάμουν ντου στο άσυλο.

    Κι όλοι φώναζαν...  Ούρλιαζαν συνθήματα και τραγουδούσαν επαναστατικά.  Ήταν κι οι ντουντούκες που δεν σταματούσαν: «παιδιά...  Κουράγιο...  Δεν ήμαστε  μόνοι...  Ο λαός είναι μαζί μας...  Λαός ενωμένος, ποτέ νικημένος...» παιάνιζαν κι από τα μεγάφωνα τ' απαγορευμένα του Θεοδωράκη ασταμάτητα. Αδύνατον ν' ακούσεις τι έλεγε ο διπλανός σου...

    Σαν από στόμα σε στόμα μαθεύτηκε πως ήλθαν από την ολλανδική τηλεόραση κι εγκατέστησαν αναμεταδότες στο απέναντι μέγαρο, οι ιαχές θριάμβου και τα εμβατήρια διπλασιάστηκαν.

    Κι όλο πύκνωνε ο κόσμος, κι όλο μεγάλωνε η αγωνία, κι όλο πλήθαιναν οι πληροφορίες πως ήταν τόσο μεγάλος ο ξεσηκωμός μέσα σ' όλη την πόλη, που καμία δύναμη και καμία χούντα' δεν μπορούσε να τον αναχαιτίσει.

-  «Αδέλφια μας στρατιώτες...», ούρλιαζε η φωνή στο μεγάφωνο ανατριχιαστικά.

-  «Είμαστε τ' αδέλφια σας...» κι όλοι πίστευαν πως μια αδελφοκτόνα σύγκρουση ήταν αδύνατη, γιατί βλέπεις ετούτα τα ονειροπόλα παιδιά που έβαζαν τη ζωή τους  προσάναμμα στην αντίσταση και τον ξεσηκωμό ενάντια στο φασισμό, δεν είχαν γεννηθεί ακόμα σαν οι πατεράδες τους, πριν εικοσιπέντε χρόνια, αλληλοεξοντώθηκαν προς τέρψιν αυτών που και τότε τους είχαν χωρίσει σε δυο στρατόπεδα.

    Εκείνες τις ώρες του βραδιού της Παρασκευής, ο αγέρας μύριζε ακόμα αισιοδοξία και πίστη κι εκτός από κάμποσα σπασμένα κεφάλια και μύτες, από πέτρες και σιδερικά, δεν υπήρχε τίποτα άξιο λόγου που να τους ανησυχεί και να τους προϊδεάζει για τα όσα θ' ακολουθούσαν.  Δεν ήξεραν πως στις γύρω ταράτσες κι απάνω στο μέγαρο του ΟΤΕ είχαν ακροβολιστεί οι σκοπευτές και τα βαριά άρματα περίμεναν μια διαταγή για να κινήσουν.

    Ρουφούσαν μόνο τον μεθυστικό ελεύθερο αγέρα της διεκδίκησης εκεί, μέσα στο ναό της γνώσης και του πνεύματος, όπου άγραφτοι νόμοι ορίζουν διώκτες να μη βάζουν το ποδάρι τους κι αυτό τους εξασφάλιζε μια σιγουριά δεδομένη και μια άνεση κινήσεων συναρπαστική.

    Ωστόσο, μέσα στα χλιδάτα γραφεία τους, πανικόβλητοι οι σφετεριστές, έπαιρναν ανελέητες αποφάσεις, για να εκδικηθούν τούτον τον παγκόσμιο διασυρμό της δύναμης και της κυριαρχίας τους, από το θράσος μερικών εκατοντάδων μακρυμάλληδων νεαρών που καθοδηγούντο από μια χούφτα απάτριδων κομμουνιστών κι άλλη μια ακραίων αντικοινωνικών αναρχικών στοιχείων.

    Κι η Μάρθα, που το πως είχε φτάσει εκεί και το τι ζητούσε, το 'χε ξεχάσει προ πολλού, συνεπαρμένη, τριγύριζε ανάμεσα στις ξαναμμένες παρέες των συμφοιτητών της, ρωτούσε, απορούσε, αμφισβητούσε, αγαναχτούσε κι ονειροπολούσε σαν όλους τους άλλους, ζώντας μια πρωτοφανή εμπειρία, που επ' ουδενί δεν θα πίστευε άλλοτε όποιον της έλεγε, το πόσα απερίγραπτα συναισθήματα θα ξυπνούσε εντός της.

    Κάποια στιγμή, πάνω στο περιστύλιο είδε και τον Μικέλο, μα δεν επρόλαβε να τον πλησιάσει.  Έδινε κάποιες ιδέες, για το πως και που θα στήνανε πάγκους απ' όπου όσοι δεν μπορούσαν να μπουν μέσα, θα έπαιρναν νερό, σάντουιτς, πορτοκαλάδες.

    Με κούτες και κασόνια έστειλαν τρόφιμα, νερά και φάρμακα, γνωστοί κι άγνωστοι επιχειρηματίες, εστιατόρια, εργοστάσια κι εταιρείες, βοηθώντας έτσι τους αγωνιστές, ν' αντέξουν εκεί μέσα όσο το δυνατόν πιο πολύ.  Γιατί ήξεραν πως, όσο περισσότερο άντεχαν οι διαμαρτυρόμενοι αυτοέγκλειστοι, τόσο η φήμη της απόφασης και των πράξεών τους θα 'φτανε στα πέρατα του κόσμου κι οι φασίστες δεν θα 'χαν θάρρος  και μούρη' να δικαιολογηθούν σ' αυτούς που τους έδιναν διαταγές και τους υποστήριζαν.

    Τούτο το φοβήθηκαν κι αυτοί' οι οποίοι και πείρα είχαν από τακτικές και σχεδιασμούς επιθετικών κινήσεων κι ήξεραν από στρατηγικές τέτοιες, που δεν θα επέτρεπαν στον αιφνιδιασμό μιας χούφτας νεαρών να τους δημιουργήσει  μπελάδες και να τους καταντήσει ν' απολογούνται και να ζητούν βοήθεια αργότερα από τ' αφεντικά'.

    «Εδώ λοιπόν και τώρα την κεφαλήν των πραξικοπηματιών επί πίνακι» απαίτησε ο Ιωαννίδης.

    Πριν προλάβουν να εγκατασταθούν, να οχυρωθούν, να προγραμματιστούν και ν' αποκτήσουν βήμα, φήμη, συμμάχους κι υπόσταση, πριν δημιουργήσουν θρύλο, πριν γίνουν σύμβολα, πριν βαπτιστούν ήρωες, «με κάθε τρόπο πετάξτε τους έξω τους πούστηδες και τις πουτάνες του κερατά».

    Έτσι κι αλλιώς, η Χούντα της χούντας κυβερνούσε πια κι είχαν πετάξει τα προσωπεία του ιδεαλισμού και του πατριωτισμού προ πολλού και μόνο αίμα αν ρουφούσαν, θα τους περνούσε η δίψα για εκδίκηση.

    Μόλις είδαν το βαρύ άρμα να πλησιάζει και να σκοπεύει την πόρτα απ' όπου η σοφία, η αρετή, η τόλμη κι η αγάπη για την ελευθερία του λόγου και του πνεύματος- και μόνο αυτές- έπρεπε να μπαίνουν και να βγαίνουν, μόνο τότε τα παληκαρόπουλα  με τις μακριές φαβορίτες και τα κορίτσια με τα παρδαλά φορεματάκια, μεταμορφώθηκαν από ενθουσιώδη καλομαθημένα παιδιά της κουλτούρας και της ιδέας, σ' αγωνιστές πρώτης γραμμής και σε πιστούς εκτελεστές προαιώνιου χρέους κι όρκου βαρύ.

    Από κοντά κι η εργατιά που πάντα σ' αυτές τις περιπτώσεις ήταν ο προπομπός και το θεμέλιο της θυσίας και του αγώνα, κι οι οικοδόμοι κι οι υπάλληλοι κι οι μωρομάνες με τα παιδιά στην αγκαλιά κι οι παπάδες κι οι δάσκαλοι κι όλοι όσοι το 'φερναν τόσα  χρόνια βαριά το καπετανιλίκι των γαλονάδων και το νταηλίκι με το έτσι θέλω των προσκυνημένων ξενομανών.

    Ανεβασμένοι γύρω - γύρω στα κάγκελα ούρλιαζαν, τραγουδούσαν, έβριζαν, βλαστημούσαν και πάλι τραγουδούσαν και πάλι αναθεμάτιζαν και καταριόνταν την καταπίεση και τους καταπιεστές, τον εξευτελισμό κι αυτούς τους ξεφτιλισμένους' που τους εξευτέλιζαν, την αδικία και τους άδικους, μ' όλες τις δυνάμεις τους κι ακατάπαυστα.

    Κι απ' τους απ' έξω, που γέμιζαν τους γύρω δρόμους, τα πεζοδρόμια, τα μπαλκόνια, τις στέγες και τα παράθυρα, έφθαναν σαν απάντηση, οι ίδιες διαμαρτυρίες, οι ίδιες κατάρες, τα ίδια τραγούδια και η ίδια πίστη στην απόφαση γι' αντίσταση που κανείς δεν ήθελε να την αφήσει να λυγίσει ξανά και να νικηθεί.

    Εβρέθηκε η Μάρθα κολλημένη στα κάγκελα, παραδίπλα από την κεντρική πόρτα κι όσο το πλήθος την πίεζε, τόσο αυτή προσπαθούσε να παρατηρεί και να καταγράφει ένα - ένα τα λόγια, τις λέξεις, τα συνθήματα, όσα τα στόματα και τα κορμιά, τα χέρια, τα μάτια, τ' άγουρα στήθια, οι νεανικές καρδιές βροντοφώναξαν με πάθος!

    Ήθελε να θυμάται οπωσδήποτε εκείνες τις φιγούρες με τα σηκωμένα χέρια, τις σφιγμένες γροθιές, τ' ανοιγμένα στόματα και τις τραγικές εκφράσεις.  Ήθελε να θυμάται τους φίλους της και τα μικρά παιδιά, που μόνο αστεία, πειράγματα και γκομενιλίκια είχαν στο ενεργητικό τους, και περνούσαν τον καιρό τους στα υπαίθρια στέκια, στα σφαιριστήρια και στις μπουάτ χορεύοντας, χαζεύοντας και χρονοτριβώντας, ήθελε να τους θυμάται καλά, έτσι όπως τους έβλεπε τώρα, μεταμορφωμένους σε δράκους, σε θεριά, σε Σπαρτιάτισσες και Μπουμπουλίνες!

    Απίστευτα πράματα...!  Πράματα και θαύματα συμβαίνανε τριγύρω της και τι να πρωτοδεί, τι να πρωτοθαυμάσει, τι να συγκρατήσει και να θησαυρίσει εντός της για να 'χει αύριο να πει και ν' ανιστορήσει στα παιδιά και τα εγγόνια της.

    Κι όπως εγύριζε δεξιά κι αριστερά για να προφταίνει να βλέπει όσα έτσι κι αλλιώς, σαν σε ταινία διαδραματίζονταν ένα γύρω, τον είδε πάλι τον Μικέ, ανεβασμένο στους ώμους δυο παλικαριών, πες τρεις σειρές πιο πίσω απ' αυτούς που ήταν στην πόρτα ομπρός, να ωρύεται και να τραγουδεί τον Εθνικό Ύμνο.

    Εγέμισε η καρδιά της περηφάνια, στοργή, θαυμασμό και λατρεία για κείνον τον άντρα με τα κυματιστά μαλλιά που φούντωναν σαν φωτοστέφανο γύρω απ' το πλατύ το μέτωπό του, καθώς το αγέρι του Νοέμβρη τ' ανακάτωνε και τα φώτα από πίσω τα διαπερνούσαν!

    Χαρά στην τύχη της, να 'ναι τούτα τ' αδρά, γενναία χέρια δικά της και να την αγκαλιάζουνε!  Να 'ναι τούτα τα ωραία χείλη δικά της και να τη φιλούνε!  Τούτα τα περήφανα μάτια με τα φρύδια τα σμιχτά, δικά της, να κλαιν για την αγάπη της και για τη λευτεριά της!

    Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε τα όσα η καρδιά της ήξερε προ πολλού, μα δεν τα ομολογούσε.  Κι αυτά που η ζωή της είχε χαρισμένα απλόχερα κι εκείνη η ανόητη δεν τα πρόσεχε.

-  «Μικέ... Μικέλο μου...» ούρλιαξε κι έκαμε να ορμήσει στο τείχος απ' τα κορμιά που της έκοβαν τον δρόμο και την χώριζαν απ' αυτόν.

    Προσπάθησε να τρέξει να τον φθάσει, να τον αγγίξει, να ψαχουλέψει με λατρεία, ένα - ένα τα μέλη του, τα χαρακτηριστικά του, ν' αφουγκραστεί από κοντά τη γρήγορη ανάσα του, ν' ακούσει τους άγριους κτύπους της καρδιάς του, να γευτεί τον ιδρώτα του, να φιλήσει την οργή στην άκρη του μουστακιού του, να κολλήσει επάνω του, να λιώσει απ' τη φωτιά του, ν' απορροφηθεί απ' τους πόρους του, να μπει στο πετσί του, στη σάρκα του, να γίνει ένα με το αίμα του, μαζί του, ένα σώμα, μια καρδιά, μια ψυχή, δικιά του και δικός της όσο ποτέ, πάντοτε...

    Εκείνα τα δευτερόλεπτα ένιωσε πόθους πρωτόγνωρους να την δονούν, επιθυμίες άγριες να τη βασανίζουν, τον έρωτα ένοιωσε τα σπλάχνα της να πυρπολεί, από αγάπη να πονεί η καρδιά της, κι έσπρωχνε και φώναζε: «Μικέ...  Μικέ...» κι έκλαιγε κι είχε φτάσει λες σ' έναν οργασμό συγκλονιστικό κι ατέλειωτο που δεν την ευχαριστούσε, μόνο την πονούσε και τη σκότωνε!

    Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ήταν που όρμησε το άρμα απάνω στα παιδιά για να εκτελέσει τη φονική διαταγή του Χάρου.

    Δεν το 'δε να 'ρχεται πάνω τους, ούτε άκουσε τη φοβερή κραυγή του πλήθους, που μετατράπηκε ευθύς σε μούγκρισμα πόνου, θρήνο οδύνης και, σε ρόγχο θανατικού, αφού αυτή είχε τη προσοχή της όλη, στην προσπάθεια να τον φθάσει.

    ΄Εσπρωχνε και παραμέριζε χέρια και πόδια για να βρει τρόπο να βρεθεί κοντά του, να χωθεί στην αγκαλιά του και να του πει όσα τόσα χρόνια δεν του 'χε πει ως τώρα...      Όταν εσήκωσε τα μάτια της, να ξαναμετρήσει την απόσταση μεταξύ τους, τότε τον είδε να διπλώνεται, να πέφτει και να χάνεται ανάμεσα σε πέτρες, σίδερα, σκόνες, φωνές, κορμιά, ουρλιαχτά, βρισιές, απειλές, διαταγές κι η συμφορά και του ολέθρου τ' απομεινάρια σκέπασαν τη λεβεντιά, έκρυψαν την αντρειοσύνη, έσβησαν τα πριν μαζί με τα μετά και τα 'θαψαν κάτω από ένα πονετικό βαρύ πέπλο αφασίας, το οποίο, σαν ύστατη βοήθεια, έριξε ο εαυτός της μπροστά, προτού στην τρέλα της απόγνωσης την παραδώσει, ανίσχυρος πια κι ανίκανος να τη γλιτώσει.

    Ύστερ' από ώρα την βρήκαν οι ασφαλίτες να κάθεται εκεί, ανάμεσα στις πέτρες και τα χαλάσματα που πλάκωναν τ' ωραίο του κορμί και το πλατύ του στήθος και είχε απάνω στη ποδιά της το κεφάλι του.

    Του χάιδευε μόνο συνέχεια τα μαλλιά, αμίλητη κι αδάκρυτη, κι εκείνο το ρυάκι τ' ολοκόκκινο που ξεκινούσε απ' τ' αφτί του και περνούσε ως πίσω απ' το λαιμό του είχε κάμει τα λουλουδάκια στη μίνι φούστα της να κολυμπούν στο αίμα!

    Κι όταν ακόμη την τραβήξανε, με κλωτσιές, απ' τα μαλλιά, για να τη σύρουν ως την κλούβα, πάλι δεν εσταμάτησε να χαϊδεύει το κεφάλι του και να τον κοιτά στα μάτια, που τα 'βλεπε ολάνοιχτα καρφωμένα στα δικά της!

......................................................................................................................................................................

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

Ας ξυπνήσουμε πια...

Συνθήματα89125750.jpg

 

Εγώ, λοιπόν, δεν θα φωνάζω πια

«όχι» για τους πολέμους.

Θα διαδηλώνω μόνο

ενάντια στους πολεμοκάπηλους

και τους μεσάζοντες,

π' όλα τα ξεπουλάνε.

Και για τη λευτεριά μου

δεν θα παρακαλώ,

μα... κάτω «οι ελεύθεροι» θα λέω,

αυτοί που ζουν

απ' την σκλαβιά των άλλων.

Ενάντια στα ναρκωτικά

δεν θα μαι πια,  μα θα ουρλιάζω:

«Θάνατο...  Θάνατο στους εμπόρους».

Από τους δικολάβους

κι απ' των κατεστημένων

τις αγορασμένες συνειδήσεις

το δίκιο μου δεν θα ζητώ

κι ούτε αρχηγούς και σύμβολα

δεν θα χειροκροτάω.

Μα... αρχηγό κι υπήκοο

τον εαυτό μου μόνο θα' χω.

 

(Πρώτη γραφή 1991)

 

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

Μας εξευτελίζουν...

 

290403-image001.jpg

 

Γραμμή εξουσίας... 

 

                                                                                                                    Φοβίστε τους.

Εξευτελίστε τους.

Εκμηδενίστε τους.

Βάλτε τους σε ουρές να περιμένουν.

Κάντε τους να παρακαλούν για ένα μεροκάματο.

Να ικετεύουνε για το επίδομα ανεργίας.

Δείξτε τους την έσχατη τη φτώχεια σε μεγέθυνση.

Τον πόλεμο ξεκινήστε τον στο σαλόνι τους

Γραμμή εξουσίας...και τα διαμελισμένα μέλη των θυμάτων,

ένα- ένα, σιγά -σιγά, περιγράψτε τα γλαφυρά.

Ύστερα, πέστε τους για φοβερούς σεισμούς και λιμούς.

Για τέρατα και σημεία στους Πόλους και τον Ισημερινό.

Για τα δεινά που τους προσμένουν στο... απώτερο μέλλον.

Για θεομηνίες και καταστροφές που... ίσως έρθουν.

Προειδοποιήστε τους για πιθανές αυξήσεις,

φόρους και πρόστιμα κι αφού

πάρουν σωστή τη δόση της απελπισιάς τους

- ακριβοπληρωμένη, τρισδιάστατη και έγχρωμη -

εγκαταλείψτε τους στο σκοτάδι της άγνοιας

ν' αναμασήσουν την κατάντια τους

και... να τη χωνέψουν.

 

(Πρώτη γραφή 1991)

 

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

ΑΝΑΞΙΟΙ...

Ανάξιοι

Αφού μπορούν ακόμη
πλήθη να επηρεάζουν.
Έχουν τη δύναμη να σέρνουν
τους ανθρώπους σε πολέμους
και ποιόνε να μισούν
ή ν' αγαπούνε τους ορίζουνε.

Αφού τους πείθουν εύκολα,
να εξοντώνουνε τους όμοιούς τους
και τον αργό το θάνατο
- έπ' αμοιβή -
μπορούνε να μοιράζουν...

Όταν, σε γιγαντοαφίσες
διαφημίζουν την καταστροφή
και στο συμφέρον μερικών
πουλιέται ανελέητα ο πλανήτης.

Όταν, διάνοιες και ιδιοφυΐες
ξοδεύονται,
αφειδώς,
μόνο σε σκοπιμότητες
κι ανώμαλους φονιάδες
και ανθρωποειδή
- σαν πρότυπα-
στα βάθρα τ' ανεβάζουν
για να τα μιμηθούμε...

Κι αφού πια τα ιδανικά
και οι παλιές αξίες
ξέφτισαν και χαθήκανε,
ξεθώριασαν για πάντα.
Κι όμως, εσύ, όλα αυτά,
«πρόοδο» τα ονομάζεις
 και λες πως,
«όλο πιο μπροστά
μόνο έτσι θα πάμε.»

Αχ... 
Κι εσύ τυφλός...
 Κι εγώ τυφλός...
Τυφλοί και όλοι οι άλλοι...
¶ξιοι, λοιπόν, της μοίρας μας
κι ανάξιοι της ζωής μας.

(Πρώτη γραφή 1991)

Profile

asirri Αγγελική Συρρή-Στεφανίδου

Το προφίλ μου

δέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουνε καθώς τα περιστέρια που σκορπούν οι ναυαγοί στην τύχη κι όταν φέρουν το μήνυμα δεν είναι πια καιρός. Καρυωτάκης

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Ιανουάριος 2012
ΚΔΤΤΠΠΣ
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
293031    
μισό καράβι από τη Χιο
και... μην ορκίζεσαι
εκέινη που έφυγε νωρίς
της στεριάς τα κύματα

Tags

Πολιτική ιστορία σκέψεις γαμος γυναικα συνθηματα Ελλάδα ενημερωση ταξίδια θαλασσα ερωτας χίος πόλεμος παρουσίαση ελιές μανιτάρια διαφήμιση τραγουδι ποίηση χριστούγεννα διακοπές εκλογές επικαιρότητα αλήθεια μοναξια αύγουστος αντίσταση ελευθερία πόνος ψυχή χωρισμός πολυτεχνείο ευχες προσευχή θανατος σχολιο πατέρας φόβος διλήμματα γιαγια γιασεμι αναμνησεις τοκετός οικολογία ιδέες υγεία μήνυμα ιανουάριος ποιητής εξουσία ασθενεια αγάπη ε επιλογες πολιτισμός λογοτεχνία μακεδονια σχέσεις φύση φασισμος γονεις αφιέρωση καρδιοπάθεια ιούλιος πατρίδα νοσοκομεία διαμαρτυρία έθιμα βοτανολογία σ απόκριες ανάσταση μητερα νηστεία εορτές βιβλίο πάσχα εκδόσεις προσευχές τέλος ευεργέτης ευχαριστία μαρτιος παρέλαση επέτειος λαμπρή κραγιόν γενέθλια γάζα λαογραφία μαϊος παλαιστίνη ανθρωπιά δημοκρατία δημοτικός σύμβουλος σωφρονισμος επίκαιρα μόλυνση αστροφυσική ολοκαύτωμα πλοια ορχιδέα σεπτέμβριος προεκλογικά μεταμόσχευση μίκης θεοδωράκης οκτώβριος διηγήματα νοεμβριοσ ποηση κορμί δεκέμβρης κωστής παλαμάς νέο έτος βαλεντινος φεβρουάριος βασίλης βασιλικός αγγελική ευαγγελισμός απρίλιος μοιρολόι γιορτή μητέρας δεκαπενταύγουστος αγιος ανδρεας ντίνος χριστιανόπουλος λογοτέχνημα ποίση μαθήτριες αγγελικη συρρή-στεφανίδου ιδιοματισμοί φώτης αγγουλές δότης οργάνων γεώργης διλμπόης στεφανίδου εφημερίδα αλήθεια υμεναιος εσπεριδοειδή μυροβόλος πετράδια όγδοο δημοτικό σχολείο δάσκαλο αμενυ κάμπος δρίματα μερομήνια εκλαμψία μαγκάλι γενάρης αυτοδιάθεση μόλυβδος άτομα ειδικών αναγκών αγανάχτιση εκδοτικός οίκος κριμιζής δημος ελληνικου χιώτικα συρρή εγκαίνεια άλφαπι δήμος αργυρούπολης επικήδειος Αταξινόμητα
Powered by pathfinder blogs