
(Απόσπασμα από το μυθιστόρημα "Της στεριάς τα κύματα", έκδοση Εμπειρία Εκδοτική, 2002).
..........................................................................................................................................................................................
Την τράβηξε πάλι ο Αρίστος και βγήκαν στην Πατησίων, προχωρώντας ανάμεσα σ' ανθρώπους, που άλλοι από περιέργεια κι άλλοι από ενδιαφέρον, περιφέρονταν άφοβα στα πεζοδρόμια, στις γωνίες και στις διαβάσεις της Στουρνάρη και της Τοσίτσα κι έπιανε τ' αυτί της, για πρώτη φορά ολοκάθαρα, λέξεις σκόρπιες και φράσεις ολοκληρωμένες, δια νόμου απαγορευμένες, που μόνο στα κρυφά είχε ξανακούσει και τις είχε δει γραμμένες στους τοίχους με κόκκινη μπογιά:
«Θάνατος στους φασίστες», «Κάτω η χούντα», «Ψωμί - παιδεία - ελευθερία». Έβλεπε αστραπές ολοπόρφυρες από μαντήλια κόκκινα δεμένα σε μαυρισμένους λαιμούς, που φώναζαν κι ούρλιαζαν τόσο, ώστε οι φλέβες τους τεντωμένες, σχημάτιζαν πράσινες λάμψεις ελπίδας στη διαδρομή τους, κι από κόκκινα γαρύφαλλα π' ανέμιζαν χέρια απαιτητικά, αργότερα τούτα τα γαρυφαλλάκια σαν τις οι βούλες απ' το αίμα των αγωνιστών, ποδοπατήθηκαν κι έμειναν ν' αργοπεθαίνουν στις πλάκες των πεζοδρομίων και τ' οδόστρωμα, πρωτοπόροι και πρωτομάστορες της άνοιξης και της νίκης.
Μπήκαν στο προαύλιο από την είσοδο της Μπουμπουλίνας.
Ο Αρίστος ήξερε που πήγαιναν, εκείνη όχι. Είχε αφεθεί να παρασύρεται μαγεμένη από το έντονο συναίσθημα όλων που την τριγύριζαν φωνάζοντας, χειρονομώντας, διεκδικώντας, μεθώντας απ' το πιοτό της αποκοτιάς τους και δυναμώνοντας από την ισχύ της αγανάχτησής τους, ρουφώντας ως τον πάτο το νέκταρ της πίστης τους και ξεδιψώντας απ' τη δροσιά της αψάδας τους.
Δεν ήταν αγώνας τούτος, δεν ήταν ξεσηκωμός, ούτε επανάσταση, ούτε διαμαρτυρία...
Γλέντι ήταν, χαροκόπι, μεθύσι και διασκέδαση, στην οποία εργάτες, φοιτητές, νέοι, συνταξιούχοι κι όλος ο λαός συμμετείχε ενθουσιασμένος, συνεπαρμένος, ευτυχισμένος.
Αρχικά έμεινε για ώρα μαζί με τον Αρίστο, αν και καθώς τριγύριζαν, προσπαθώντας να πλησιάσουν για να μπουν στο κτίριο, στις αίθουσες, στα εργαστήρια ή στα αμφιθέατρα, συναντούσαν πολλούς φίλους και γνωστούς κι απ' αυτούς άκουγε μηνύματα, ειδήσεις και προτροπές που δεν ήξερε αν έπρεπε να τις λογαριάζει ή να προσανατολίσει τις προσπάθειές της μόνο για να ψάξει και να 'βρει τον Μικέλο, που όλοι την διαβεβαίωναν πως τον είδαν να τρέχει πότε εδώ, πότε εκεί, για να συντονίζει ανθρώπους και πράγματα.
Ξαφνικά διαπίστωσε πως είχε κιόλας σκοτεινιάσει. Παρασυρμένη απ' όσα έβλεπε κι άκουγε, είχε χάσει τελικά κάθε συναίσθηση τόπου και χρόνου. Περνούσαν τα τρόλεϊ κι από τα παράθυρα οι επιβάτες τους πετούσαν τσιγάρα, σοκολάτες, μπισκότα, ασπιρίνες, σπίρτα κι αναπτήρες κι άλλα διάφορα κι αλλοπρόσαλλα πράγματα.
Κι όσο περνούσε η ώρα, οι συγκεντρωμένοι εκεί γύρω αυτοσχέδιοι αγωνιστές και μη, μαζί και οι περίεργοι κι οι περαστικοί, πλήθαιναν τόσο που τα τροχοφόρα δεν έβρισκαν πια τόπο να περάσουν και τα περισσότερα φαινόταν στάσιμα ανάμεσα στα πλήθη.
Γύρω της το προαύλιο έβραζε κυριολεκτικά από λογιών δραστηριότητες κι άλλοι φώναζαν, άλλοι έδιναν εντολές κι άλλοι έτρεχαν να τις εκπονήσουν.
Είχαν μαζέψει από τα γύρω δέντρα τα νεράντζια και τα λεμόνια σε σωρούς, αντίδοτα για τα δακρυγόνα κι άλλοι ετοίμαζαν τις μολότοφ με ξυραφάκια και καρφιά, έτοιμοι να επιτεθούν έτσι κι οι μπάτσοι τολμούσαν να κάμουν ντου στο άσυλο.
Κι όλοι φώναζαν... Ούρλιαζαν συνθήματα και τραγουδούσαν επαναστατικά. Ήταν κι οι ντουντούκες που δεν σταματούσαν: «παιδιά... Κουράγιο... Δεν ήμαστε μόνοι... Ο λαός είναι μαζί μας... Λαός ενωμένος, ποτέ νικημένος...» παιάνιζαν κι από τα μεγάφωνα τ' απαγορευμένα του Θεοδωράκη ασταμάτητα. Αδύνατον ν' ακούσεις τι έλεγε ο διπλανός σου...
Σαν από στόμα σε στόμα μαθεύτηκε πως ήλθαν από την ολλανδική τηλεόραση κι εγκατέστησαν αναμεταδότες στο απέναντι μέγαρο, οι ιαχές θριάμβου και τα εμβατήρια διπλασιάστηκαν.
Κι όλο πύκνωνε ο κόσμος, κι όλο μεγάλωνε η αγωνία, κι όλο πλήθαιναν οι πληροφορίες πως ήταν τόσο μεγάλος ο ξεσηκωμός μέσα σ' όλη την πόλη, που καμία δύναμη και καμία χούντα' δεν μπορούσε να τον αναχαιτίσει.
- «Αδέλφια μας στρατιώτες...», ούρλιαζε η φωνή στο μεγάφωνο ανατριχιαστικά.
- «Είμαστε τ' αδέλφια σας...» κι όλοι πίστευαν πως μια αδελφοκτόνα σύγκρουση ήταν αδύνατη, γιατί βλέπεις ετούτα τα ονειροπόλα παιδιά που έβαζαν τη ζωή τους προσάναμμα στην αντίσταση και τον ξεσηκωμό ενάντια στο φασισμό, δεν είχαν γεννηθεί ακόμα σαν οι πατεράδες τους, πριν εικοσιπέντε χρόνια, αλληλοεξοντώθηκαν προς τέρψιν αυτών που και τότε τους είχαν χωρίσει σε δυο στρατόπεδα.
Εκείνες τις ώρες του βραδιού της Παρασκευής, ο αγέρας μύριζε ακόμα αισιοδοξία και πίστη κι εκτός από κάμποσα σπασμένα κεφάλια και μύτες, από πέτρες και σιδερικά, δεν υπήρχε τίποτα άξιο λόγου που να τους ανησυχεί και να τους προϊδεάζει για τα όσα θ' ακολουθούσαν. Δεν ήξεραν πως στις γύρω ταράτσες κι απάνω στο μέγαρο του ΟΤΕ είχαν ακροβολιστεί οι σκοπευτές και τα βαριά άρματα περίμεναν μια διαταγή για να κινήσουν.
Ρουφούσαν μόνο τον μεθυστικό ελεύθερο αγέρα της διεκδίκησης εκεί, μέσα στο ναό της γνώσης και του πνεύματος, όπου άγραφτοι νόμοι ορίζουν διώκτες να μη βάζουν το ποδάρι τους κι αυτό τους εξασφάλιζε μια σιγουριά δεδομένη και μια άνεση κινήσεων συναρπαστική.
Ωστόσο, μέσα στα χλιδάτα γραφεία τους, πανικόβλητοι οι σφετεριστές, έπαιρναν ανελέητες αποφάσεις, για να εκδικηθούν τούτον τον παγκόσμιο διασυρμό της δύναμης και της κυριαρχίας τους, από το θράσος μερικών εκατοντάδων μακρυμάλληδων νεαρών που καθοδηγούντο από μια χούφτα απάτριδων κομμουνιστών κι άλλη μια ακραίων αντικοινωνικών αναρχικών στοιχείων.
Κι η Μάρθα, που το πως είχε φτάσει εκεί και το τι ζητούσε, το 'χε ξεχάσει προ πολλού, συνεπαρμένη, τριγύριζε ανάμεσα στις ξαναμμένες παρέες των συμφοιτητών της, ρωτούσε, απορούσε, αμφισβητούσε, αγαναχτούσε κι ονειροπολούσε σαν όλους τους άλλους, ζώντας μια πρωτοφανή εμπειρία, που επ' ουδενί δεν θα πίστευε άλλοτε όποιον της έλεγε, το πόσα απερίγραπτα συναισθήματα θα ξυπνούσε εντός της.
Κάποια στιγμή, πάνω στο περιστύλιο είδε και τον Μικέλο, μα δεν επρόλαβε να τον πλησιάσει. Έδινε κάποιες ιδέες, για το πως και που θα στήνανε πάγκους απ' όπου όσοι δεν μπορούσαν να μπουν μέσα, θα έπαιρναν νερό, σάντουιτς, πορτοκαλάδες.
Με κούτες και κασόνια έστειλαν τρόφιμα, νερά και φάρμακα, γνωστοί κι άγνωστοι επιχειρηματίες, εστιατόρια, εργοστάσια κι εταιρείες, βοηθώντας έτσι τους αγωνιστές, ν' αντέξουν εκεί μέσα όσο το δυνατόν πιο πολύ. Γιατί ήξεραν πως, όσο περισσότερο άντεχαν οι διαμαρτυρόμενοι αυτοέγκλειστοι, τόσο η φήμη της απόφασης και των πράξεών τους θα 'φτανε στα πέρατα του κόσμου κι οι φασίστες δεν θα 'χαν θάρρος και μούρη' να δικαιολογηθούν σ' αυτούς που τους έδιναν διαταγές και τους υποστήριζαν.
Τούτο το φοβήθηκαν κι αυτοί' οι οποίοι και πείρα είχαν από τακτικές και σχεδιασμούς επιθετικών κινήσεων κι ήξεραν από στρατηγικές τέτοιες, που δεν θα επέτρεπαν στον αιφνιδιασμό μιας χούφτας νεαρών να τους δημιουργήσει μπελάδες και να τους καταντήσει ν' απολογούνται και να ζητούν βοήθεια αργότερα από τ' αφεντικά'.
«Εδώ λοιπόν και τώρα την κεφαλήν των πραξικοπηματιών επί πίνακι» απαίτησε ο Ιωαννίδης.
Πριν προλάβουν να εγκατασταθούν, να οχυρωθούν, να προγραμματιστούν και ν' αποκτήσουν βήμα, φήμη, συμμάχους κι υπόσταση, πριν δημιουργήσουν θρύλο, πριν γίνουν σύμβολα, πριν βαπτιστούν ήρωες, «με κάθε τρόπο πετάξτε τους έξω τους πούστηδες και τις πουτάνες του κερατά».
Έτσι κι αλλιώς, η Χούντα της χούντας κυβερνούσε πια κι είχαν πετάξει τα προσωπεία του ιδεαλισμού και του πατριωτισμού προ πολλού και μόνο αίμα αν ρουφούσαν, θα τους περνούσε η δίψα για εκδίκηση.
Μόλις είδαν το βαρύ άρμα να πλησιάζει και να σκοπεύει την πόρτα απ' όπου η σοφία, η αρετή, η τόλμη κι η αγάπη για την ελευθερία του λόγου και του πνεύματος- και μόνο αυτές- έπρεπε να μπαίνουν και να βγαίνουν, μόνο τότε τα παληκαρόπουλα με τις μακριές φαβορίτες και τα κορίτσια με τα παρδαλά φορεματάκια, μεταμορφώθηκαν από ενθουσιώδη καλομαθημένα παιδιά της κουλτούρας και της ιδέας, σ' αγωνιστές πρώτης γραμμής και σε πιστούς εκτελεστές προαιώνιου χρέους κι όρκου βαρύ.
Από κοντά κι η εργατιά που πάντα σ' αυτές τις περιπτώσεις ήταν ο προπομπός και το θεμέλιο της θυσίας και του αγώνα, κι οι οικοδόμοι κι οι υπάλληλοι κι οι μωρομάνες με τα παιδιά στην αγκαλιά κι οι παπάδες κι οι δάσκαλοι κι όλοι όσοι το 'φερναν τόσα χρόνια βαριά το καπετανιλίκι των γαλονάδων και το νταηλίκι με το έτσι θέλω των προσκυνημένων ξενομανών.
Ανεβασμένοι γύρω - γύρω στα κάγκελα ούρλιαζαν, τραγουδούσαν, έβριζαν, βλαστημούσαν και πάλι τραγουδούσαν και πάλι αναθεμάτιζαν και καταριόνταν την καταπίεση και τους καταπιεστές, τον εξευτελισμό κι αυτούς τους ξεφτιλισμένους' που τους εξευτέλιζαν, την αδικία και τους άδικους, μ' όλες τις δυνάμεις τους κι ακατάπαυστα.
Κι απ' τους απ' έξω, που γέμιζαν τους γύρω δρόμους, τα πεζοδρόμια, τα μπαλκόνια, τις στέγες και τα παράθυρα, έφθαναν σαν απάντηση, οι ίδιες διαμαρτυρίες, οι ίδιες κατάρες, τα ίδια τραγούδια και η ίδια πίστη στην απόφαση γι' αντίσταση που κανείς δεν ήθελε να την αφήσει να λυγίσει ξανά και να νικηθεί.
Εβρέθηκε η Μάρθα κολλημένη στα κάγκελα, παραδίπλα από την κεντρική πόρτα κι όσο το πλήθος την πίεζε, τόσο αυτή προσπαθούσε να παρατηρεί και να καταγράφει ένα - ένα τα λόγια, τις λέξεις, τα συνθήματα, όσα τα στόματα και τα κορμιά, τα χέρια, τα μάτια, τ' άγουρα στήθια, οι νεανικές καρδιές βροντοφώναξαν με πάθος!
Ήθελε να θυμάται οπωσδήποτε εκείνες τις φιγούρες με τα σηκωμένα χέρια, τις σφιγμένες γροθιές, τ' ανοιγμένα στόματα και τις τραγικές εκφράσεις. Ήθελε να θυμάται τους φίλους της και τα μικρά παιδιά, που μόνο αστεία, πειράγματα και γκομενιλίκια είχαν στο ενεργητικό τους, και περνούσαν τον καιρό τους στα υπαίθρια στέκια, στα σφαιριστήρια και στις μπουάτ χορεύοντας, χαζεύοντας και χρονοτριβώντας, ήθελε να τους θυμάται καλά, έτσι όπως τους έβλεπε τώρα, μεταμορφωμένους σε δράκους, σε θεριά, σε Σπαρτιάτισσες και Μπουμπουλίνες!
Απίστευτα πράματα...! Πράματα και θαύματα συμβαίνανε τριγύρω της και τι να πρωτοδεί, τι να πρωτοθαυμάσει, τι να συγκρατήσει και να θησαυρίσει εντός της για να 'χει αύριο να πει και ν' ανιστορήσει στα παιδιά και τα εγγόνια της.
Κι όπως εγύριζε δεξιά κι αριστερά για να προφταίνει να βλέπει όσα έτσι κι αλλιώς, σαν σε ταινία διαδραματίζονταν ένα γύρω, τον είδε πάλι τον Μικέ, ανεβασμένο στους ώμους δυο παλικαριών, πες τρεις σειρές πιο πίσω απ' αυτούς που ήταν στην πόρτα ομπρός, να ωρύεται και να τραγουδεί τον Εθνικό Ύμνο.
Εγέμισε η καρδιά της περηφάνια, στοργή, θαυμασμό και λατρεία για κείνον τον άντρα με τα κυματιστά μαλλιά που φούντωναν σαν φωτοστέφανο γύρω απ' το πλατύ το μέτωπό του, καθώς το αγέρι του Νοέμβρη τ' ανακάτωνε και τα φώτα από πίσω τα διαπερνούσαν!
Χαρά στην τύχη της, να 'ναι τούτα τ' αδρά, γενναία χέρια δικά της και να την αγκαλιάζουνε! Να 'ναι τούτα τα ωραία χείλη δικά της και να τη φιλούνε! Τούτα τα περήφανα μάτια με τα φρύδια τα σμιχτά, δικά της, να κλαιν για την αγάπη της και για τη λευτεριά της!
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε τα όσα η καρδιά της ήξερε προ πολλού, μα δεν τα ομολογούσε. Κι αυτά που η ζωή της είχε χαρισμένα απλόχερα κι εκείνη η ανόητη δεν τα πρόσεχε.
- «Μικέ... Μικέλο μου...» ούρλιαξε κι έκαμε να ορμήσει στο τείχος απ' τα κορμιά που της έκοβαν τον δρόμο και την χώριζαν απ' αυτόν.
Προσπάθησε να τρέξει να τον φθάσει, να τον αγγίξει, να ψαχουλέψει με λατρεία, ένα - ένα τα μέλη του, τα χαρακτηριστικά του, ν' αφουγκραστεί από κοντά τη γρήγορη ανάσα του, ν' ακούσει τους άγριους κτύπους της καρδιάς του, να γευτεί τον ιδρώτα του, να φιλήσει την οργή στην άκρη του μουστακιού του, να κολλήσει επάνω του, να λιώσει απ' τη φωτιά του, ν' απορροφηθεί απ' τους πόρους του, να μπει στο πετσί του, στη σάρκα του, να γίνει ένα με το αίμα του, μαζί του, ένα σώμα, μια καρδιά, μια ψυχή, δικιά του και δικός της όσο ποτέ, πάντοτε...
Εκείνα τα δευτερόλεπτα ένιωσε πόθους πρωτόγνωρους να την δονούν, επιθυμίες άγριες να τη βασανίζουν, τον έρωτα ένοιωσε τα σπλάχνα της να πυρπολεί, από αγάπη να πονεί η καρδιά της, κι έσπρωχνε και φώναζε: «Μικέ... Μικέ...» κι έκλαιγε κι είχε φτάσει λες σ' έναν οργασμό συγκλονιστικό κι ατέλειωτο που δεν την ευχαριστούσε, μόνο την πονούσε και τη σκότωνε!
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ήταν που όρμησε το άρμα απάνω στα παιδιά για να εκτελέσει τη φονική διαταγή του Χάρου.
Δεν το 'δε να 'ρχεται πάνω τους, ούτε άκουσε τη φοβερή κραυγή του πλήθους, που μετατράπηκε ευθύς σε μούγκρισμα πόνου, θρήνο οδύνης και, σε ρόγχο θανατικού, αφού αυτή είχε τη προσοχή της όλη, στην προσπάθεια να τον φθάσει.
΄Εσπρωχνε και παραμέριζε χέρια και πόδια για να βρει τρόπο να βρεθεί κοντά του, να χωθεί στην αγκαλιά του και να του πει όσα τόσα χρόνια δεν του 'χε πει ως τώρα... Όταν εσήκωσε τα μάτια της, να ξαναμετρήσει την απόσταση μεταξύ τους, τότε τον είδε να διπλώνεται, να πέφτει και να χάνεται ανάμεσα σε πέτρες, σίδερα, σκόνες, φωνές, κορμιά, ουρλιαχτά, βρισιές, απειλές, διαταγές κι η συμφορά και του ολέθρου τ' απομεινάρια σκέπασαν τη λεβεντιά, έκρυψαν την αντρειοσύνη, έσβησαν τα πριν μαζί με τα μετά και τα 'θαψαν κάτω από ένα πονετικό βαρύ πέπλο αφασίας, το οποίο, σαν ύστατη βοήθεια, έριξε ο εαυτός της μπροστά, προτού στην τρέλα της απόγνωσης την παραδώσει, ανίσχυρος πια κι ανίκανος να τη γλιτώσει.
Ύστερ' από ώρα την βρήκαν οι ασφαλίτες να κάθεται εκεί, ανάμεσα στις πέτρες και τα χαλάσματα που πλάκωναν τ' ωραίο του κορμί και το πλατύ του στήθος και είχε απάνω στη ποδιά της το κεφάλι του.
Του χάιδευε μόνο συνέχεια τα μαλλιά, αμίλητη κι αδάκρυτη, κι εκείνο το ρυάκι τ' ολοκόκκινο που ξεκινούσε απ' τ' αφτί του και περνούσε ως πίσω απ' το λαιμό του είχε κάμει τα λουλουδάκια στη μίνι φούστα της να κολυμπούν στο αίμα!
Κι όταν ακόμη την τραβήξανε, με κλωτσιές, απ' τα μαλλιά, για να τη σύρουν ως την κλούβα, πάλι δεν εσταμάτησε να χαϊδεύει το κεφάλι του και να τον κοιτά στα μάτια, που τα 'βλεπε ολάνοιχτα καρφωμένα στα δικά της!
......................................................................................................................................................................