Επί τη ονομαστική εορτή δεχόμαστε επισκέψεις...
http://www.alithia.gr/column.aspx?Columnsid=10
Γιορτές και πανηγύρια φθινοπωρινά...
1/12/2009
Συνέχεια από το προηγούμενο
Η γιορτή μου ...
Δεύτερη κατά σειρά γιορτή, στις οκτώ του μήνα, των Ταξιαρχών, η ονομαστική μου.
Πρέπει να σας πω πως, στα χρόνια μου τα παιδικά, μόνο ο μπαμπάς μου κι η γιαγιά μου η Αγγελικώ με φώναζαν Αγγελική. Για όλους τους άλλους, ήμουν «το μπεμπάκι» ή «η μπέμπα» και σας απαγορεύω να κρυφογελάτε.
Ευτυχώς, το σχολείο διόρθωσε λίγο τα πράγματα, αν κι η μανούλα μου, μόνο αφού παντρεύτηκα και μόνο δημοσίως πείστηκε να με φωνάζει Αγγελική κι ως το θάνατό της, σαν με καλόπιανε και σαν με παρηγορούσε, πάλι «μπέμπα» μ' έλεγε.
Θες λοιπόν που με το χαϊδευτικό το κανονικό μου όνομα δεν το πολυάκουγα, θες γιατί εκείνα τα χρόνια, όσο πηγαίναμε σχολείο, τα πάρτι και τα καλέσματα δεν ήταν στο πρόγραμμα, μεγάλη σημασία στη γιορτή μου δεν έδινα ποτέ και το μόνο που χαιρόμουνα και καμάρωνα όποτε μου το λέγανε― μα και σήμερα ακόμη όποτε μου το λένε― είναι το: «Αγγελικούλα ζάχαρη, Αγγελικούλα μέλι, Αγγελικούλα κρύο νερό που πίνουν οι Αγγέλοι».
Η γιορτή όμως, αυτή καθ' εαυτήν, είναι μεγάλη, αφού οι Στρατηλάτες των Χερουβείμ και των Σεραφείμ, αρχάγγελοι Μιχαήλ, Γαβριήλ και Ραφαήλ, γιορτάζουν και μαζί γιορτάζει κι η Ελληνική Αεροπορία που ευσεβώς εναποθέτει την ασφάλεια και τη σωτηρία των ιπτάμενων αξιωματικών και οπλιτών, καθώς και των αεροπλάνων, στων Αρχαγγέλων την προστασία.
Τα πανηγύρια δε είναι πολλά σ' όλη την Ελλάδα αλλά και στο νησί μας, με το μεγαλύτερο και πιο ξακουστό, εκείνο των Μεστών, όπου η τεράστια εκκλησία η αφιερωμένη στη χάρη Τους, πλημυρίζει από πιστούς πανηγυρίζοντες.
Στην ενορία μας ...
Στις δεκαέξι του μήνα είχαμε κι άλλο πανηγύρι στην ενορία μας. Γιορτάζει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος εκείνη τη μέρα κι η γειτονιά κι ο δρόμος μας είχαν πάλι την τιμητική τους.
Πάρα πολλές ώρες έχω περάσει μέσα σ';αυτήν την εκκλησία στα παιδικά μου χρόνια.
Η γιαγιά μου, που ήταν πολύ θρήσκα, μ' έπαιρνε πάντοτε μαζί της σ' εσπερινούς, παρακλήσεις, χαιρετισμούς, ευχέλαια και στις κυριακάτικες λειτουργίες, ανελλιπώς.
Βάλε και τις ώρες του Κατηχητικού, τις αμέτρητες ώρες της Μεγάλης Εβδομάδας, τους γάμους και τα βαφτίσια και λογάριασε να δεις.
Γι αυτό ακόμη και τώρα, αν κλείσω τα μάτια μου, μπορώ να δω κάθε σημείο της, κάθε της εικόνισμα, κάθε στασίδι, το νάρθηκά της με τα πλακάκια τ'; ασπρόμαυρα, το καμπαναριό της, τον αυλόγυρο, το κελί, της καντηλαναύτρας το καμαράκι, και το παλιό νεκροταφείο το οποίο αργότερα το μετάφεραν πιο πάνω στο δρόμο του Λωβοκομείου, όπου κι η γιαγιάκα μου κι ο παππούς μου αναπαύτηκαν.
Μα οι μέρες του πανηγυριού ήταν πάντα ξεχωριστές.
Με το σχολείο πηγαίναμε στη λειτουργία κι ύστερα τρέχαμε να φορολογήσομε, γιαγιά και παππού γυρεύοντας παστέλι, μηλαράκι κόκκινο και κανένα δαχτυλιδάκι από τους πάγκους των πραματευτάδων.
Κι ως να νυχτώσει, καθόμασταν στον κιοσέ μας, μαζί με θείες, γιαγιάδες και γνωστές και χαζεύαμε τους προσκυνητές που περνούσαν.
Έτσι, σαν ήμουν παιδί, θυμούμαι την κάθε μέρα του χρόνου να είναι ξεχωριστή και να έχει τη δική της ταυτότητα, ενώ σήμερα, περνούν οι βδομάδες κι οι μήνες ολόιδια πληκτικά κι αδιάφορα και μαζί κι η ζωή μας το ίδιο ισοπεδωμένη κι αλλοτριωμένη.
Στις είκοσι πέντε ήταν η ονομαστική γιορτή της πιο μικρής θείας μου της Καίτης. Γιόρταζε κι η ξαδέρφη μου και πολλές άλλες γνωστές μας Κατερίνες.
Η παρθενομάρτυς Αικατερίνη είναι και η προστάτις αγία των οπωροπωλών κι έτσι κάθε χρόνο τέτοια μέρα, πηγαίναμε στο πανηγύρι με τον παππού και το θείο μου, στην Αγία Κατερίνα, πέρα από τους Στρατώνες κοντά στο Μονοδένδρι.
2/12/2009
Η γιορτή του πατέρα ...
Μα επειδή την επόμενη, στις είκοσι έξι, ήταν η γιορτή του μπαμπά μου κι είχαμε πολλές προετοιμασίες για το «δέξιμο», γυρίζαμε άρον- άρον να τελειώσουμε τα υπόλοιπα.
Το όνομα Στυλιανός το πήρε ο μπαμπάς μου γιατί γεννήθηκε ανήμερα της εορτής του Αγίου που είναι και προστάτης των βρεφών.
Γιορτάζαμε λοιπόν και τη γιορτή και τα γενέθλιά του μαζί κι ο εορτασμός τούτος ήταν πάντα μεγάλη μέρα για μας.
Από την αρχή του μήνα ξεκινούσε η μαμά μου με πρόγραμμα τις προετοιμασίες.
Είχε να ετοιμάσει ολόκληρο σπίτι. Να το καθαρίσει από την εξώπορτα μέχρι τα κεραμίδια κυριολεκτικά. Να ασπρίσει αυλές, να γυαλίσει ακόμα και τα πατζούρια των τετράψηλων παραθυριών και τις ξύλινες πόρτες μας μ' ένα ειδικό λάδι, που συντηρούσε το ξύλο τους και τις έκανε σαν καινούργιες. Να πλύνει τζάμια και μεσόπορτες εξ' ίσου μεγάλα και ψηλά. Να ανεβοκατεβαίνει στη σκάλα εκατοντάδες φορές ακούραστα για να καθαρίσει πολύφωτα και λάμπες. Να κατεβάσει, να πλύνει τις κουρτίνες και τα κουρτινάκια, να σιδερώσει και να ξανακρεμάσει τα χειμωνιάτικα. Να τρίψει για να γυαλίσουν τ' ασημικά και τα μπακίρια. Κι όλα αυτά, με τις καθημερινές της δουλειές και τα μαγειρέματα παράλληλα.
Εν τω μεταξύ πηγαινοερχόταν και στη μοδίστρα, να προβάρει το καινούργιο φόρεμα που της έραβε και θα το φορούσε για να «δεχτεί».
Μεγάλος μπελάς κι η παραγγελία των γλυκισμάτων που θα κερνούσαμε τα τρία απογεύματα που θα είχαμε τις επισκέψεις. Γιατί τρεις μέρες κρατούσαν τότε οι γιορτές, ώστε να προφταίνουν οι άνθρωποι να επισκέπτονται όλους τους συγγενείς και τους φίλους που γιόρταζαν, με σειρά προτεραιότητας, ανάλογα με το βαθμό συγγενείας, τη σπουδαιότητα του εορτάζοντος, το βαθμό της σχέσης και το μέγεθος της υποχρέωσης που του είχαν.
Αλλά τότε, εκείνο το μεγάλο έξοδο του να βαστάς οπωσδήποτε το κατιτίς σου πηγαίνοντας επίσκεψη, δεν το είχαμε.
Γιατί αν πρέπει να πάει κανείς να χαιρετήσει πες τρεις, πες πέντε φίλους και συγγενείς σε μεγάλες γιορτές όπως του Αγίου Νικολάου ή του Αγιού Γιαννιού, λογάριασε το κόστος.
Να γιατί οι άνθρωποι σιγά-σιγά τα κοψαν όλα αυτά τα επιπλέον που επιβάρυναν τον οικογενειακό προϋπολογισμό, με αποτέλεσμα όλες οι μικροχαρές κι οι επαφές με τους δικούς σου να εκλείψουν και το τηλέφωνο, σαν πιο ανέξοδο, να υποκαταστήσει την επίσκεψη. Τελευταία μάλιστα, επειδή και τα τηλεφωνήματα κοστίζουν ακριβά, ένα μήνυμα στο κινητό σού στέλλουν κι άντε και πολύ σου είναι δηλαδή.
Ας συνεχίσω όμως τα της προετοιμασίας της γιορτής του μπαμπά μου, τότε που το κάθε τι είχε σημασία και λόγο να γίνεται, γι αυτό έδινε και μεγαλύτερη ικανοποίηση εν τέλει.
Μέρες πριν κατέβαινε στην Κοντούδαινα, για να δει και να δοκιμάσει τα πρωτότυπα κεράσματα που δημιουργούσε κάθε χρόνο ο ζαχαροπλάστης για να ικανοποιήσει κάτι πελάτισσες σχολαστικές σαν τη μαμά μου. Κι ύστερα παράγγελνε, τόσα κομμάτια απ'; αυτό, τόσα από κείνο και τόσα από τ'; άλλο κι όσο για τα σοκολατάκια -κάτι σαν μαργαρίτες ήταν τότε στη μόδα-τ' αγόραζε με την οκά, γιατί είχε και τους μόνιμους καταναλωτές στο σπίτι που, όλα τα ξεπαστρεύαμε κι ιδιαίτερα αυτά τα σοκολατάκια και τα γλυκά του κουταλιού.
Την παραμονή, το σπίτι μας έμοιαζε με στρατόπεδο που περιμένει το στρατηγό για γενική επιθεώρηση.
Όλοι εν κινήσει κι όλοι εν εγρηγόρσει. Τετράδια, βιβλία, τσάντες, τακτοποιημένα. Ποδιές, ζακέτες, μπλούζες, παπούτσια, μαζεμένα. Μπαίναμε και βγαίναμε προσπαθώντας να ελαχιστοποιούμε τις απαιτήσεις μας, κι όσο το σπίτι άλλαζε όψη και στολιζόταν κι όσο τα χαλιά στρώνονταν, τα κεντημένα τραπεζομάντηλα ξεδιπλώνονταν, γέμιζαν βάζα γεμάτα λουλούδια τα δωμάτια και μοσχομύριζε η πάστρα κι η φρεσκάδα παντού, τόσο κι εμείς καμαρώναμε.
Γιατί, όσο μικρά κι αν ήμασταν, τη χαιρόμασταν όλη αυτή τη διαδικασία και συμμετείχαμε μάλιστα ενεργά, στην ολοκλήρωσή της.
Ήταν κι η μαμά μου πολύ καλή παιδαγωγός κι ήξερε πως, μοιράζοντάς μας καθήκοντα και κάνοντάς μας υπεύθυνους έστω και σε μικρές αποστολές, μας δημιουργούσε κατ'; αρχάς μια αυτοεκτίμηση αλλά και μια μεγάλη εκτίμηση στους δικούς της κόπους κι έτσι θα προσέχαμε πάντα και θα προσπαθούσαμε να διατηρείται το σπιτικό μας περιβάλλον καθαρό, υγιεινό κι έτοιμο ανά πάσα στιγμή να υποδεχτεί κόσμο, αξιοπρεπώς.
Ανήμερα της γιορτής, στιγμή δεν καθυστερούσαμε στο δρόμο της επιστροφής μας απ' το σχολείο, όπως κάναμε τις άλλες μέρες προσπαθώντας να κερδίσουμε όσο περισσότερη ώρα διασκέδασης και ξενοιασιάς μπορούσαμε, παρλάροντας με τους συμμαθητές μας, πειράζοντας ο ένας τον άλλον, παιζογελώντας και καβγαδίζοντας συχνά πυκνά, αφού κι ο καβγάς είναι διασκεδαστικός όταν γίνεται για να περνά η ώρα ευχάριστα και ζωηρά.
Τρέχοντας φτάναμε στο σπίτι και το πιάτο μας, ήδη σερβιρισμένο, μας περίμενε σ'; ένα παρακουζινάκι που είχαμε, αφού κι η κουζίνα μας ήταν στολισμένη κι άψογα τακτοποιημένη.
Η μαμά μας ήδη τέντωνε τις κάλτσες της, ίσιωνε με φροντίδα περισσή τις ραφές τους στις γάμπες της και στερέωνε τις καλτσοδέτες της.
Τα δικά μας ρουχαλάκια, έτοιμα στη σειρά, μας περίμεναν να ντυθούμε και να στολιστούμε το γρηγορότερο κι όταν, έτοιμα πια, πηγαίναμε στον κιοσέ μας για να κιαλάρουμε το δρόμο - σαν σηματωροί - για ν' αναφέρουμε εγκαίρως τις πρώτες αφίξεις, η μαμά είχε φορέσει πια το καινούργιο της φόρεμα, τα βραχιόλια και τα κολιέ της. Εμείς, στο αντίκρισμά της, κάναμε όλα μαζί «ααα» αυθόρμητα κι έτσι, κέρδιζε κι εκείνη την αυτοπεποίθησή της κι ήταν πανέτοιμη να δεχτεί τις φανερές κρίσεις και τις αφανέρωτες επικρίσεις των καλών φίλων και των ευαίσθητων συγγενών που ήταν στο δρόμο.
Κατά τις τρεισήμισι, νωρίς-νωρίς, άρχιζαν να καταφθάνουν πρώτες πάντα, οι συγγένισσες από το Βροντάδο.
Θα μου πεις: μεσημεριάτικα!
Μα μην ξεχνάτε πως κατέβαιναν οι γυναίκες στη Χώρα με το λεωφορείο κι έπρεπε να επιστρέψουν νωρίς στην αφετηρία για να προλάβουν τα δρομολόγια που εκείνη την εποχή ήταν λιγοστά.
Λογαριάστε ακόμη πως, στα τέλη του Νoέμβρη οι μέρες είναι πια τόσο μικρές που, αν τύχει να είναι κι ο καιρός στη βροχή, σκοτεινιάζει από τις τεσσερισήμισι. Και πώς να βγουν μοναχές, γυναίκες πράματα, στους δρόμους νυχτιάτικα;
Και με τι μούρη θα κατηφόριζε ο άντρας τους στη γειτονιά, αύριο που θα ξεμπαρκάριζε, αφού θα του χανε κρεμασμένα τα κουδούνια αν η κυρά του γύριζε μες στη μαύρη νύχτα;
Βάζανε λοιπόν κι εκείνες τα αστρακάν τους τα παλτά και τα βελουδένια τους τα φορέματα και ξεκινούσαν για τις επισκέψεις από το μεσημέρι, γιατί της νύχτας τα καμώματα τα βλέπει η μέρα και γελά, που λέει η παροιμία και συμπληρώνει, όποιος νύχτα πορπατεί, λάσπες και ... πατεί. Τέλος πάντων ... Φύλαγε τα ρούχα σου να χεις τα μισά και κάλλιο να σου βγει το μάτι παρά το όνομα. Σωστά;
Σύντομα το σαλόνι μας γέμιζε γυναίκες πολλές, όλων των ηλικιών και των εμφανίσεων, αλλά πάντοτε μόνο γυναίκες.
Οι άντρες βλέπεις, εκείνα τα χρόνια, δεν πήγαιναν στις επισκέψεις.
-«Γιατί;», θα αναρωτηθεί κανείς.
Μα οι λόγοι ήταν πολλοί και πολύ σωστοί μάλιστα.
Καλέ, πόσοι ήτανε τότε οι άντρες που έμεναν στη στεριά; Οι περισσότεροι ταξιδεύανε μήνες και χρόνια οι κατακαημένοι.
Μα και όσοι - οι ευλογημένοι - γύριζαν το βράδυ στο σπιτάκι τους, δουλεύανε από τα ξημερώματα ως τη νύχτα για να βγάλουν τον επιούσιο κι άλλη όρεξη δεν είχανε από το να τριγυρίζουν στα σαλόνια να πίνουνε λικεράκι με φοντάν. Αμ δε.
Μα κι εκείνοι, ας πούμε οι δημόσιοι υπάλληλοι, βρε αδερφέ, που είχανε τακτικό ωράριο και ώρα αρκετή για επισκέψεις, πώς να πάνε να κάτσουνε μέσα σε τόσο γυναικομάνι;
Άσε που δεν ήτανε πρέπον να έρχεται να σε επισκεφτεί μια γυναίκα ναυτικού ασυνόδευτη και να τη φέρει σε δύσκολη θέση η άλλη, κουβαλώντας μαζί τον δικό της.
Δύσκολα σας λέω και πολύ μπερδεμένα τα άρθρα του ογκωδέστατου καταστατικού του «κοινωνικώς φέρεσθαι» της επαρχιώτικης κοινωνίας μας, στα μέσα του περασμένου αιώνα.
Μα, «σ'έναν τόπον ήμουνα κι ό,τι εκάμναν ήκαμνα», λέμε στη Χιο κι όποιου δεν αρέσουμε, στο καλό και να μας γράφει.
Εγώ όμως, ξέρω να πω πως, μπορεί η κοινωνία τότε να είχε τα μικροαστικά ταμπού της, τον μελοδραματικό της τον πουριτανισμό, τις σεμνοτυφίες της και την καταπίεσή της, αλλά ήταν αξιοπρεπής κατά το δυνατόν, ασφαλής κατά το μέγιστον και πέρ' απ' όλα τα μειονεκτήματά της είχε, την αρχοντιά του τίμιου αγωνιστή και την ανθρωπιά εκείνου που δοκιμάστηκε να την καθορίζουν.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
Της Αγγελικής Συρρή - Στεφανίδου
http://aggeliki-sirri.pblogs.gr/




RSS:
«Αγγελικούλα ζάχαρη, Αγγελικούλα μέλι, Αγγελικούλα κρύο νερό που πίνουν οι Αγγέλοι».
Την αγάπη μου και την φιλία μου στην αγαπημένη μου Αγγελικούλα!
Πολλά φιλάκια...
Από Μαρία Μαζαράκου | Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2009 1:55 μμ
Τί όμορφα που ξεκινά η μέρα μου Μαράκι!
Από Αγγελική Συρρή-Στεφανίδου | Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2009 11:29 πμ
Πλούτος πλόύτος και πάλι πλούτος. Καμιά φορά αναρωτιέμαι πόσες ζωές έζησες... οι αναμνήσεις σου εδώ καικαιρό στις εγγραφές είναι τόσο πολλές και ποικίλες που πρέπει να νιώθεις πολύ γεμάτη.
Σε ευχαριστώ για τις ευχές για την ονομαστικήμου γιορτή αύριο 6 του μήνα. Θα μπορέσω άραγε να δώσω και δικό σου βιβλίο δώρο στους αναγνώστες; Θα κάνω ξανά προσπάθεια κι ελπίζω να τα καταφέρω.Συνέχεια εμπόδια βρε παιδί μου. Τη μια δεν πιάνουν το τηλέφωνο, την άλλη δεν βγάζει γραμμή, την άλλη λένε θα δούμε, να ρωτήσω τον υπεύθυνο όταν έρθει, μετά δέχομαι ένα μήνυμα ότι μπορώ να τηλεφωνήσω, παίρνω και δεν το πιάνει πάλι κανέις....
Από Τέρα Άμου | Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2009 10:40 μμ
Πράγματι είμαι "γεμάτη" Νίκο μου. Δόξα τω Θεώ. Πολλά τα καλά και τα κακά,μα αυτά είναι ζωή.Φιλιά.
Από Αγγελική Συρρή-Στεφανίδου | Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2009 2:20 μμ
RSS Feed για αυτό το θέμα
Το σχόλιο σας