
Το Μαυροκορδάτικο αρχοντικό στον Κάμπο!
Και να που ήρθε η ώρα ...
Η ώρα η πολυπόθητη, η φορτωμένη σχέδια κι επιθυμίες ...
Η ώρα για κάποιες μέρες ξεκούρασης, ξενοιασιάς, διασκέδασης και χαλάρωσης.
Η ώρα που μαζεύεις το γραφείο, κλείνεις τα συρτάρια, σκεπάζεις τον υπολογιστή και πας το λουλουδάκι σου στο παρακάτω γραφείο για να το ποτίζουν όσο θα λείπεις.

Το Χιώτικο Γιασεμί!
Φεύγω παιδιά ...
Δεν έχω πρόγραμμα. Θα κάνω ότι λαχταρήσω κι αν κάτι προκύψει ...
Όμορφα δεν είναι έτσι;
Ότι γουστάρω, που λένε.

Η Νέα Μονή!
Καλά να περάσετε κι εσείς, όλοι, όπου κι αν πάτε κι ότι και να κάνετε.
Τον Σεπτέβρη θα τα ξαναπούμε με το καλό κι εύχομαι να έχουμε τότε κάτι ωραίο ν' αφηγηθούμε από τις διακοπές μας.
![Affiche_de_Chios[1].jpg](http://aggeliki-sirri.pblogs.gr/files/f/341935-Affiche_de_Chios[1].jpg)
Ο Πυργούσης κι η Πυργούσαινα !
Πριν φύγω όμως, να σας αφήσω εδώ-για όσους θα μπαίνουν στο path και στις διακοπές- μερικά αποσπάσματα από τα ¨Χιώτικα είν' αλλιώτικα», τα οποία, στην Αθήνα, προς το παρόν, τα βρίσκετε στον Ιανό και στου Χριστάκη, απ' όπου τα συνοικιακά βιβλιοπωλεία μπορούν να τα προμηθεύονται αν κάποιος τους τα παραγγείλει.
Στη Χίο βέβαια είναι σ' όλα τα βιβλιοπωλεία και σύντομα σ' όλη την Ελλάδα.

Το Βιβλίο!
Διάλεξα λοιπόν τα αποσπάσματα, έτσι που να διακρίνετε σ΄αυτά πως, πρωταγωνιστικό ρόλο παίζουν, εκτός των ανθρώπων με την ποικιλία των χαρακτήρων τους, τα ήθη, οι αρετές κι η αξιοπρέπεια των Χίων, οι ιδιωματισμοί κι η ντοπιολαλιά μας, στοιχεία και ντοκουμέντα ιστορικά αλλά και κοινωνικοπολιτισμικά, από την Χιώτικη πραγματικότητα του περασμένου αιώνα, καθώς και μηνύματα, θάρρους, ελπίδας και ανθρωπιάς.
Καλή ανάγνωση.

Ο Αφανής Ναύτης Στο Βρονάδο!
Από το διήγημα: «Oι χήρες».
Σβέρτα κι επιδέξια ήταν όλων τα χέρια, μα σβέρτες κι επιδέξιες ήτανε κι οι γλώσσες τους, που «έκοβαν κι έραβαν» το «μακρύ και το κοντό» ζώντων και τεθνεότων!
«Ίσια ίσια εκατήφερά τηνε τη φακή...» είπεν η θεία τ'Αγγελικό κι εμάζευε στη μέση της πιατέρας τα σκορπισμένα σπυριά. «Ήπεσεν ο ήλιος και ε βλέπω πια... Αύριο πάλι θα λε η καλόπλωρη - τη νύφη της εννοούσε - πως μασεί πέτρες και να γυρεύω τη δουλειά μου και να μην μπερδεύομαι σ'όλα αφού πια ε φελώ... Κι ευτός ο σκατοταϊσμένος - το γιο της εννοούσε - στραβά πατείς δεν της λε... εμένα μόνο ξέρει να κατηβάζει απέ το γάδαρο αδιανώρα...»

Στον Κάμπο ! Στα περιβόλια!
Από το διήγημα: «Tο «πορτοκάλι της Βασούλας»
Έχει, όμως, η καρδιά των παιδιών τόσο κουράγιο, που αν το είχαν οι καρδιές των γερόντων θα διόρθωναν τα κακώς κείμενα της κοινωνίας και της ζωής δια παντός κι έτσι θα ξενοιάζαμε απ'όλα τα βάσανα και τις συμφορές πάραυτα!
«Θα πάω στον άλλο μύλο» αποφάσισε τ'ορφανό μέσ'στην απελπισιά του, παρ'όλο που αυτός ήταν ακόμα πιο μακριά κι η μάνα της είχε απαγορέψει ν'απομακρύνεται τόσο πολύ από το σπίτι τους. Όμως, εφτεροκοπούσε η καρδούλα της στην ελπίδα και τα ποδαράκια της επήραν κι αυτά κουράγιο κι εφτερούγισαν σαν τα σπουργιτάκια. Έλα, όμως, πάλι που τούτος ο μυλωνάς ήταν άρρωστος εδώ και καιρό. Χτίκιασε ο χριστιανός κι έπεσε στο στρώμα και σωσμό δεν είχε. Ο Θεός, βέβαια, είναι που αποφασίζει για το πότε θα πάρει τον καθένα μας με την ώρα του.
Εβρήκε, λοιπόν, η Βασούλα την πόρτα του μύλου κλειστή κι αμπαρωμένη και το σπιτάκι του μυλωνά σκοτεινό και βουβό.
Αχ, μωρέ και να'χε ένα σπίρτο τώρα, να βάλει μια φωτιά σε τούτο τον παλιόκοσμο να τονε κάμει στάχτη...
Να'χε μια γερή γροθιά να δώσει μια και στην πείνα να τηνε κάμει λιώμα...
Ας είχε, τουλάχιστον, μια καλή διακιολογία να πει στη μάνα της, που μόλις θα γύριζε θα την άρπαζε από το μαλλί και θα τη σκότωνε στο ξύλο που'λειψε τόσην ώρα χωρίς να της το πει.

Ο Ναγός!
Από το διήγημα: «Tου παπουλή μου τα κατορθώματα»
«Και πούναι η Μητσούλα σας;» Την ερώτησεν ο πονηρός κι ήκαμεν πως κοιτάζει γύρω-γύρω.
«Ε...ε...ε...» εστραβοκατάπιεν εκείνη. «Η Μητσούλα εκατήβηκεν στη Συκιάδα που η θειά μας τ' Αγκεριώ εν είναι στα καλά της...και...»
«Α...μονάχη σου είσαι Ερηνάκι μου;» Την εκοίταξεν μαριόλικα και συνέχισεν: «Κάμε λοιπόν μια και κλείσε την πόρτα, μπα κι έμπει κανείς και μας έβρει μοναχούς μας...»
Εγούρλωσεν το κοριτσάκι τα ματάκια του, πούχανε μέσ' το πράσινό τος ψιχαλίτσες κίτρινες, χρυσαφιές και σκούρες, κι ανοιγόκλεισεν τα ματόκλαδα με τις γυριστές παρπέλες τρομαγμένα.
Ύστερα, επήρεν βαθειά αναπνοή κι επήεν κι ήκλεισεν υπάκουα τη πόρτα κι όταν εματαγύρισεν στη σάλα είχενε κατηφέρει νάνει ήρεμη και σοβαρή.
Αρρεβωνιαστικός της ήτανε ονοματισμένος ο Αποστόλης εδώ κι έξι μήνες. Ο μπάρμπας του ο Θοδωρής -γιατί ήτανε ορφανός από κύρη- είχενε δοσμένο λόγο μόνο, του αδερφού της και τίποτις επίσημο δεν ήτανε ακόμη.

Η Αγία Μαρκέλλα!
Από το διήγημα: «Tο θαύμα».
Κι ήτανε στην παρέα τ'Αγγελικό, αψηλή και λυγνή γυναίκα, ταχτικιά, επίμονη και ταμαχιάρα, που μπορούσε να σε ξεκάμει με την ειρωνία της.
Η Πηνέλα, μια μικροκαμωμένη και χαϊδεμένη γκρινιάρα.
Το Μαρουκό, με τα μεγάλα βυζιά τα επιθετικά και τον πεταχτό πισινό, η καυγατζού και η Σεμίρα, με τους χαμηλούς τόνους , που τόσο λίγο τόπο έπιανε η λειψανάβατη, που πολλές φορές ξεχνούσες την παρουσία της.
Επίσης, ήταν κι η Σμαραγδή, μα πάντοτε στην οπισθοφυλακή, γιατί είχε βαρειά κόκκαλα και χοντρά μεριά κι εσύγκαυε - φωτιά - κι υπόφερε η κακομοίρα.
Κι ήταν κι η Ζενοβία, με τη σβέλτη σιλουέτα της, το πιο σβέλτο της μυαλό και τη γλώσσα την άπιαστη, που ο Θεός να σε φύλαγε από τ'αστεία και τα πειράγματά της.
Τριγύρω τους, σαν ανυπόμονα κι άστρωτα πουλάρια, ετρεχοβολούσανε μια μπρος μια πίσω κι άλλοτε χασομερούσανε τα παιδόπουλα, το ένα να φωνάζει πως πεινά τ'άλλο πως κατουριέται κι άλλο να γκρινιάζει πως εκουράστηνε και να γυρεύει - το γαδουρογάδουρο - να'τονε σηκώσει η μάνα του στα λίγκια της για να ξεκουραστεί.
«Βρε... ε ντρέπεσαι, ολόκληρος άντρας, να γόζεσαι και να γυρεύεις «άπα»;» τον μάλωνε η θεια του η Ζενοβία το Στέλιο, που'τανε τεσσάρω χρονώ κι ο τελευταίος της μάνας του και κακομαθημένος.
«Άφηνέ το, μωρσύ Ζενοβία, το παιδί... Εκουράστηνε...» του'παιρνε τα πάρτα η μάνα του τ'Αγγελικό κι άρπαζε το μωρό της το Στελάκι από τις αμασκάλες κι εκείνος άνοιγε τα κανιά του και κάθιζε στα σβέρκα της, αναρουφούσε τα δάκρυα και τις μύξες του κι ησύχαζε.

Η παράδοση των Τούρκων στον Ελληνικό στρατό το 1912!
Από το διήγημα: «Tου κουμπάρου η θέση»
Ώσπου ο Ζιχνή Πασσάς να χορτάσει τα πρωινά χαδάκια της χανούμισσας και ν' αποτελειώσει τον βαρύγλυκο του κι ώσπου η κυρά Αγγελικώ να βράσει το γάλα και να ρίξει μέσα τη μαγιά, ήρθανε κι αραδιαστήκανε απέξω από το λιμάνι της Χίου κι ως κάτω στο Κοντάρι τα βαρυφορτωμένα με κανόνια, πολεμοφόδια και στρατό πολεμικά, το Εσπερία το Μυκάλη, το Μακεδονία, μαζί και το Αετός, Ναυκρατούσα, Νέα Γενιά, Αμβρακία, το Σαπφώ και το τεράστιο Πατρίς. Αρχίσανε αμέσως και εν ριπή οφθαλμού, που λένε, να βγάζουνε με τις βάρκες τους στρατιώτες στη στεριά κι ώσπου να πάρουνε χαμπάρι Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι το τί τρέχει, είχε γεμίσει το Βουνάκι από άντρες αρματωμένους κι αποφασισμένους ελευθερωτές, χωρίς ευτυχώς ν' ανοίξει μήτε ρουθούνι.
Έτσι, οι καμπάνες που κείνη την ώρα κτυπούσανε για την γιορτή των Αγίων Μηνά, Βίκτορος και Βικεντίου, βάλθηκαν να διαλαλούν ξετρελαμένες και τούτη την μεγάλη νίκη του απελευθερωτικού ελληνικού στρατού, που ύστερα από τριακόσια σαρανταέξη χρόνια, έφτασε επιτέλους για να λυτρώσει από τον Τουρκικό ζυγό και το μαρτυρικό τούτο τόπο.
Οι ξαφνιασμένοι Τούρκοι, όπως ήτανε φυσικό, λακίσανε προς τα βουνά κυνηγημένοι κι ήρθανε οι έλληνες- μεθυσμένοι από τις νίκες στη Μακεδονία κι ενθουσιασμένοι από τις επιτυχίες τους- στρατοπεδεύσανε στους πρόποδες, αποφασισμένοι να τους εξουθενώσουνε και να τους κυνηγήσουνε το γρηγορότερο, ως να τους ρίξουνε στη θάλασσα από τα δυτικά.
![melekpashafountain[1].jpg](http://aggeliki-sirri.pblogs.gr/files/f/341943-melekpashafountain[1].jpg)
Η Μαρμαρένια Βρύση!
Κι επειδή όλοι αγαπάτε την Χίο, χάρισμά
σας κι άλλα αξιοθέατά της!

Από το Πυργί! Τα ξυστά!

Η τραμπούκα για τα κάλαντα!
![xioskrania[1].jpg](http://aggeliki-sirri.pblogs.gr/files/f/341945-xioskrania[1].jpg)
Τα αγιασμένα κόκκαλα από την σφαγή του 1822!

Τα χωράφια με τους λαλάδες!

Η βιβλιοθήκη "Κοραή" με το άγαλμα του μεγάλου δασκάλου!

Τα λαλαδάκια!

Και τα γαϊδουράκια!
ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΙΙΙΙΙΙΙ.....!!!